Μαρτυρίες - 90 χρόνια ...πριν !

  1. 90χρόνια πριν ……

 

…………Οι παππούδες μας ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους. Άφησαν τα σπίτια τους , τις εκκλησίες τους , τα σχολεία τους, το βιος τους όλο και έφυγαν μακριά ,χωρίς να το θέλουν .

Έκλαψαν και πόνεσαν πολύ . Παντού ένιωθαν ξένοι , ανεπιθύμητοι .

Κάθε μέρα , κάθε νύχτα νοσταλγούσαν την πατρίδα ,αχ καημένη πατρίδα , και ονειρεύονταν να γυρίσουν πίσω .

Μα το όνειρο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ .

Και πέρασε ο καιρός και έφτιαξαν καινούρια πατρίδα ,δύσκολα στην αρχή ,μα τα κατάφεραν .

 

Εμείς τα παιδιά δε γνωρίσαμε τους ξεριζωμένους προγόνους. Προσπαθήσαμε όμως να μάθουμε γι΄ αυτούς μέσα από αυτή την εργασία , που ξεκίνησε με αφορμή την ενότητα στο μάθημα της Γλώσσας   , ,, Η ζωή σε ξένους τόπους >> .

Αναζητήσαμε ανθρώπους που έζησαν τον ξεριζωμό ή γνώριζαν πολλά από τους γονείς τους και ζητήσαμε να μας βοηθήσουν . Τους επισκεφτήκαμε στα σπίτια τους και τους ρωτήσαμε για την Πατρίδα , την καθημερινή ζωή τους , για την ημέρα που τους διέταξαν να αφήσουν το νησί τους , για τις πρώτες δύσκολες μέρες .

 

Ακόμα ζωγραφίσαμε την προσφυγιά και γράψαμε και ένα ποίημα από ψυχής , αφιερωμένο σ΄αυτούς που πόνεσαν αλλά δε λύγισαν και έφτιαξαν ένα χωριό που το αγαπάμε πολύ .

 

 

 

 

                 ΑΦΙΕΡΩΜΑ

 

Κάπου μακριά στην Προποντίδα

ήταν η αλησμόνητη πατρίδα.

Εκεί παππούδες μάνες και παιδιά

είχαν του κόσμου τα καλά .

 

Τα αμπέλια τους φροντίζανε

και βγάζαν το κρασί τους.

Με τις σαντάλες ψάρευαν

και γέμιζαν τους γρίππους

 

Βγήκε όμως διαταγή

‘ολα να τα αφήσουν .

Γρήγορα,όλοι βιαστικοί

το νησί να εγκαταλείψουν .

 

Σήκωσαν τις εικόνες τους

μαζέψανε το βιος τους .

Με ματωμένη την καρδιά

Φύγανε από το Μαρμαρά

 

Μετά από μέρες φτάσανε

στης Εύβοιας τη Λίμνη

δυο χρόνια ζήσανε εκεί

στους ξένους μέσα , ξένοι .

 

Γι΄αυτό και φύγανε ξανά

ψάχνοντας καρδιάς λιμάνι .

Χωριό καινούριο στήσανε

στο ξένο Μπαλαμπάνι .

 

Φτώχια αρρώστιες θάνατοι

γεμάτη η ζωή τους

Μα τα κατάφεραν καλά

όλοι μαζί με μια καρδιά .

 

Και φτιάξανε νοικοκυριά

φροντίσαν τα παιδιά τους                    Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Στ΄

Μα ο νους πάντοτε γυρνά                     Δημοτικού σχολείου Ν.Μαρμαρά

στα χώματα τα πατρικά

 

 

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ   ΑΠΟ ΤΗΝ κ. Συγκουρλή Τούλα

 

Πως ζούσαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες πριν από τη μεγάλη καταστροφή στην Παλιά Πατρίδα ;

 

                        Ο Μαρμαράς ήταν η ομώνυμη πρωτεύουσα του νησιού του Μαρμαρά στη θάλασσα της Προποντίδας ή της θάλασσας του Μαρμαρά όπως αλλιώς λέγεται. Οι παππούδες μας και οι γιαγιάδες μας πριν από τη Μικρασιατική καταστροφή ζούσαν μια πολύ ήσυχη , ήρεμη , γαλήνια και όμορφη ζωή, όπως έλεγαν οι ίδιοι , πριν φτάσουν στην Ελλάδα .Η πόλη που ζούσαν ήταν ένα πολύ όμορφο μέρος, όπως είναι κι ο Ν. Μαρμαράς .

 

Ήταν αμφιθεατρικός και συνδύαζε βουνό και θάλασσα .Με τη συνύπαρξη μεταξύ τους , με τα παιδιά και τα εγγόνια τους ,με τους θαλασσινούς τους ,τους καπεταναίους τους , τους ναυτικούς με μια ζωή γλυκιά. όμορφη που τη νοσταλγούσαν μέχρι την τελευταία στιγμή που έκλεισαν τα μάτια τους και έφυγαν από αυτό τον κόσμο .

 

Η ζωή τους ήρεμη γιατί είχαν όλα τα καλά που τους είχε δώσει ο Θεός ,Εκτός από τη θάλασσα ,είχαν κι ένα βουνό που σ΄αυτό έβρισκαν τα πάντα , από τα μυρωδάτα βότανα μέχρι το λάδι που έβγαζαν για να έχουν στο σπίτι τους , τα αμπέλια και ότι ακριβώς χρειαζόταν ένα σπίτι για να ζήσει .

Στο χωριό είχανε τέσσερις εκκλησιές , τον Ταξιάρχη που ήταν η μητρόπολή τους ,την Παναγία του Κάβου , τον Άγιο Ισίδωρο και τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο .

 

Είχανε και δυο σχολεία ,καλλιμάρμαρα , τα Κυριακίδεια αρρεναγωγεία και το Παντελίδειο παρθεναγωγείο ,όπου φοιτούσαν τα παιδιά και μάθαιναν εκτός από τα μαθήματα τους διδάσκονταν και ξένες γλώσσες .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν έλειπε τίποτα από τη ζωή τους , γι΄αυτό πάντα σε κάθε χαρά που μιλούσαν θα είχαν κι ένα λόγο για την αλησμόνητη πατρίδα << Αχ η πατρίδα , αχ η πατρίδα ……>> πάντα η λέξη αυτή ήταν στο στόμα τους.

 

 

 

-         Θυμάστε κάτι χαρακτηριστικό από τις διηγήσεις τους ;

 

-         Τη ζωή τους ,όλη τους τη ζωή πριν φύγουν .Το πιο χαρακτηριστικό ήταν τα σπίτια τους που δεν μπορούσαν να τα ξεχάσουν , ήταν το βιο τους που θα άφηναν και πάνω απ΄όλα πώς θα αφήνανε το μέρος τους πάλι , γιατί πριν από τρία χρόνια είχαν έρθει από τον πρώτο σηκωμό τους.Αυτές οι λέξεις ήταν πάντα χαραγμένες μέσα τους …….

<< Μα σε τρία χρόνια πάλι να εγκαταλείψουμε τα σπίτια μας ; Να εγκαταλείψουμε πάλι το βιο μας και να φύγουμε ; Που θα μας πάνε ; Πού θα πάμε ; Θα γυρίσουμε πάλι πίσω ;>>

Αυτές ήταν συνέχεια οι λέξεις που λέγανε πριν φύγουν για δεύτερη φορά από την πατρίδα .

 

 

<< Γιατί πάλι εμείς ; Μόλις τώρα φτιάξαμε τα σπίτια μας . >>

Γιατί με τον πρώτο σηκωμό ,όταν επέστρεψαν δε βρήκαν στα σπίτια τους τίποτα , ούτε στις εκκλησιές τους .Τις εκκλησιές τους τις είχαν λεηλατήσει,τα σπίτια τα είχαν καταστρέψει και όλα όσα είχαν φτιάξει από την αρχή, έπρεπε να τα εγκαταλείψουν και να φύγουν .Και πάνω απ΄όλα σε μια εποχή που είχαν μαζέψει τα σταφύλια , τα είχαν πατήσει , έκαναν το κρασί τους, το τσίπουρό τους , κι έπρεπε όλα αυτά τα αγαθά που είχαν συγκεντρώσει να τα εγκαταλείψουν και να φύγουνε .

Στο μυαλό τους ήταν συνεχώς

<<μα πάλι θα φύγουμε , πάλι θα ξεριζωθούμε ; Πού θα πάμε ; Πώς θα πάμε ; Γιατί να φύγουμε ; >>

Αυτό το γιατί ήταν πάντα στο μυαλό τους πάντα στο στόμα .

     Εδώ θα αναφέρω ένα χαρακτηριστικό περιστατικό .

 

Ένας παππούς έλεγε στην κόρη του. << Δυο πράγματα παιδί μου πριν φύγω

από τη ζωή πρέπει να κρατάς γερά και να τα δώσεις στα παιδιά σου .   Ήταν ένα έγγραφο –αίτηση θα το λέγαμε σήμερα – που ζητούσε από το Τουρκικό κράτος αλλά και από το Γερμανικό να τον πληρώσουν για την καταστροφή που κάνανε στα τρία χρόνια της α΄εξορίας τους όταν ήρθαν στο χωριό και λεηλάτησαν και πήραν τα πράγματά τους από τα σπίτια τους και κατέστρεψαν τους αγρούς τους .Για όλα αυτά η αιτία ήταν ένας στρατάρχης Γερμανός ,ο όποίος έβαλε τους Τούρκους να διώξει τους Έλληνες για να αφανίσουν τον Ελληνισμό από την Τουρκία και πάνω όλα το Χριστιανισμό Αυτό το χαρτί , έλεγε στην κόρη του , θέλω να το φυλάξεις για να ξέρεις την ιστορία μας. Και τώρα φεύγουμε ,δεν ξέρω αν ποτέ γυρίσουμε ,πρέπει οπωσδήποτε να μας αποζημιώσουν για αυτά που μας έκαναν. >>  

Η κόρη το χαρτί το φύλαξε και το έδωσε στα παιδιά της για να ξέρουν τα παιδιά το τι τράβηξαν οι παππούδες από τους Τούρκους και φυσικά και από τους Γερμανούς ,που ήταν η αιτία του πρώτου ξεσηκωμού και μετά του δεύτερου

 

Πότε αναγκάστηκαν να φύγουν από τον τόπο τους ;

 

Το 1922 με την καταστροφή της Μικράς Ασίας ήρθε μια διαταγή στο Μαρμαρά, οι Μαρμαρινοί να αδειάσουν το χωριό τους , να φύγουν δηλαδή μέσα σε μια μέρα .Ήταν τέλη Σεπτεμβρίου ,αρχές Οκτωβρίου όταν ήρθε αυτή η διαταγή και σε μία μέρα έπρεπε να μαζέψουν και να πάρουν ό,τι μπορούσαν.Πήραν μαζί τους ό,τι μπορούσαν να σηκώσουν ρουχισμό , χρυσαφικά , οικιακά σκεύη και βέβαια τρόφιμα . Το πρώτο όμως που σκέφτηκαν να πάρουν ήταν τα εικονίσματά τους ,να αδειάσουν τις εκκλησίες τους απ΄ ό,τι κινητό μπορούσαν να κρατήσουν στα χέρια τους .Γι΄αυτό μοίρασαν τα

εικονίσματα στους κατοίκους , ο καθένας να κρατάει από μια εικόνα . Ο Επιτάφιος που υπάρχει στο ναό <<Παμμεγίστων Ταξιαρχών>> στο χωριό είναι από την Παλιά Πατρίδα , ο μεγάλος ασημένιος πολυέλαιος μπροστά στο ιερό είναι κι αυτός από την παλιά πατρίδα ,ιερά ευαγγέλια , ιερά σκεύη , τα δυο μανουάλια που βρίσκονται μπροστά στο τέμπλο είναι κι αυτά φερμένα από κει , θυμιατά , η ιερατική στολή του μητροπολίτη και άλλες φορεσιές τα φέρνουν όλα .Πρώτα σκέφτηκαν τα εκκλησιαστικά τους και μετά ότι μπορούσαν να βάλουν σε σεντούκια , σε καλάθια ,σε μπόγους και οτιδήποτε σηκωνόταν από το σπίτι , γιατί τους είπανε   πώς αυτός ο σηκωμός δε θα έχει γυρισμό ,αν και αυτοί δε το πιστεύανε .Πολλοί ακόμη πήραν και κατοικίδια ζώα , τις αγελάδες τους και τα κατσίκια τους .Αυτοί που είχανε δικά τους καΐκια έφυγαν με τα δικά τους .

  

 

 

Ο κύριος όγκος των κατοίκων της πόλης του Μαρμαρά έφυγε με το   ατμόπλοιο <<Βασιλιάς Κωνσταντίνος >> με καπετάνιο τον καπετάνιο Μαυρουδή. Όταν φεύγανε ,όλοι τα μάτια τους τα είχαν στραμμένα πίσω και κλαίγανε και λέγανε << Καημένε Μαρμαρά , θα γυρίσουμε πίσω >>

 

 

Δυστυχώς όμως επιστροφή δεν υπήρχε .Μέσα στο πλοίο γεννήθηκε και ένα παλικάρι , ένα αγοράκι κι ο καπετάνιος το ονόμασε Νικόλα. Δυστυχώς όμως σήμερα δεν υπάρχει στη ζωή , έφυγε . Ήταν η πρώτη γέννα μέσα στο πλοίο.

 

 

 

 

 

 

 

Κάποια πράγματα όμως δε μπόρεσαν να πάρουν μαζί τους από τα σπίτια τους ,από τα μαγαζιά τους . Δεν πήραν τα βαρέλια με τα κρασιά τους δεν πήραν τα λάδια τους , τις ελιές τους .Όλα αυτά έμειναν στα σπίτια τους ,έχοντας οι ίδιοι την εντύπωση ότι πάλι θα γυρίσουν πίσω.

Τα προσωπικά τους είδη τα κρύψανε γιατί φοβήθηκαν ,μήπως τους τα πάρουν και μέσα στο πλοίο .Τα χρήματά τους τα ράβανε μέσα στο ποδόγυρο , μέσα στις ζακέτες τους , οι δε άντρες τα φυλάγανε γύρω γυρω από τα ζωνάρια τους για να έχουνε τα προς το ζην. Τα αντικείμενα τα ασημένια , τα μπακιρένια ή τα μπρούτζινα ,αυτά τα βάλανε μέσα σε μπόγους και τα μεταφέρανε πάνω στο πλοίο .

Η πιο δραματική σκηνή ήταν εκείνη που ανεβάζανε τα προσωπικά τους και τα εκκλησιαστικά τους είδη ,γιατί τότε καταλάβαιναν πως θα ξεριζωθούνε και πάλι και θα πηγαίναν σε μια άλλη πατρίδα ,άγνωστη γι αυτούς και δεν ξέραν για πόσο καιρό .Παρακαλούσαν την Παναγία και τον Ταξιάρχη να μη μείνουν πολύ καιρό εκεί που τους πάνε ,αλλά να γυρίσουν πίσω .

Γ΄αυτό πολλοί αφήσανε και τα κλειδιά τους ακόμη πάνω στην πόρτα, γιατί πιστεύανε πως θα γυρίσουν και θα τα βρουν στην πόρτα .Ή ακόμα αυτοί που θα μπαίναν μέσα στο σπίτι να κατοικήσουν να μη σπάσουν την πόρτα αλλά να μπουν με το κλειδί. Τόσα πολλά σκεφτόταν εκείνη τη μέρα που θα αναχωρούσαν για το ταξίδι χωρίς γυρισμό .

 

Πώς ένιωσαν τα πρώτα βράδια μακριά από τον τόπο τους ;

 

Μετά από ταξίδι πολλών ημερών και αφού πέρασαν πρώτα από τη Θεσσαλονίκη ,έφτασαν στη Λίμνη της Εύβοιας . Το πρώτο βράδυ μα ρωτάτε αν κοιμηθήκανε , ρωτάτε αν μπορούσαν να σκεφτούν ότι βρίσκονται εκτός της πατρίδας τους .Πάρα πολύ άσχημα ,κλάμα και θρήνος ,οδυρμός ήταν τα πρώτα βράδια , γιατί δεν ήξεραν πού θα μείνουν .Στο χωριό που φτάσανε τακτοποιήθηκαν ορισμένοι σε μια εκκλησία , άλλοι στο σχολείο , άλλοι στην άμμο και ορισμένοι φιλοξενήθηκαν σε κάποια σπίτια .

 

Το μόνο που λέγανε ήταν <<Είμαστε δυστυχισμένοι ,αφήσαμε τη γλυκιά μας πατρίδα >> .Το μυαλό τους δε μπορούσε να είναι εκεί ,παρά πίσω στην δική τους πατρίδα στο δικό τους σπίτι , στη δικιά τους εκκλησία .Ξημέρωνε και κλαίγανε και λέγανε ……………<< Αχ θα γυρίσουμε ; Θα πάμε πάλι πίσω ; Δε θα μείνουμε εδώ .Πρόχειρο είναι .>>Αλλά δυστυχώς σ΄αυτό το μέρος και μ΄αυτές τις συνθήκες έμειναν για δυο χρόνια .

 

      Βέβαια όσο περνούσε ο καιρός , όχι ότι ξεχνούσαν ,απλώς έπρεπε να     ζήσουν ,γιατί είχαν τις οικογένειες τους ,τα παιδιά τους έπρεπε να φροντίσουν να εργαστούν , να πάρουν χρήματα , να μαγειρέψουν .Κάπως τακτο

 

ποιήθηκαν ,αλλά δεν ξέχασαν ποτέ που έφυγαν από την πατρίδα τους , ποτέ δε ξέχασαν τις συνήθειές τους ,ποτέ δε ξέχασαν τους συγγενείς τους και φυσικά δε ξέχασαν αυτούς που άφησαν θαμμένους εκεί . Πάντα σκεφτόταν ποιος θα τους άναβε ένα κερί , ποιος θα τους άναβε το καντήλι. Ποια μάνα δε σκεφτόταν το παιδί που είχε θάψει πριν λίγες ημέρες ή ποιο παιδί δε σκεφτόταν τη μάνα που έθαψε , και ποιος δε θυμόταν πώς περνούσαν τα βράδια με τα γλέντια τους , τις ιστορίες τους ;

Κάθε βράδυ ήταν και μια μνήμη .Κάθε βράδυ που περνούσε, η εικόνα θα ερχόταν στο μυαλό ….

<<Αχ αυτή την ώρα θα κάναμε αυτό …..θα κεντούσαμε για να φτιάξουμε την προίκα της Γαρυφαλλιάς …….ή θα πηγαίναμε σε κάποιο σπίτι γιατί θα γιόρταζε κάποιος …….>> .

Κάθε βράδυ οι μνήμες ήταν τόσο ζωντανές που νοερά είχαν την εντύπωση ότι ζούσανε στα σπίτια τους , στα χωριά τους .

Και οι άντρες λέγανε ….<< Αχ αυτή την ώρα θα πηγαίναμε να βολάξουμε στην Κερασιά , αχ τι πολλά κολιαρούδια πιάσαμε σήμερα ….>> Συνέχεια το μυαλό γύριζε πίσω , δεν μπορούσαν να νιώσουν την πραγματικότητα, ότι πλέον δεν είναι στην πατρίδα .

Και ο καημός ήταν πολύ έντονος .

<<Αχ καημένη Πατρίδα θα σε δούμε ;…>> Έφευγε πάλι το μυαλό και έλεγε ….<< Α!! θα πάμε να περπατήσουμε για να πάρουμε ….και να μας μαγειρέψει απόψε να φάμε όλοι μαζί >>

 

Όλοι νοερά περπατούσαν κάθε βράδυ το χωριό τους,

πότε στον Κάβο της Παναγιάς , πότε στο Μερκεμέ , ανεβαίνανε στη Σκάλα , πηγαίνανε στη Λότζα , στους καφενέδες , στην πλατεία του Ταξιάρχη περνούσαν από τον Αί Γιάννη πηγαίναν στον Αμπά ,στην Τσιχλή .

 

 

 

 

 

 

Κι αφού φεύγανε πια από την πρώτη σειρά , που ήταν στην παραλία της πατρίδας , τότε ανεβαίνανε στον απάνω μαχαλά , πηγαίνανε στα Κυριακίδεια , στα Καμαράκια ,στη συναγωγή , στον τούρκικο μαχαλά στον Αί Θόδωρο , στον Άι Ισίδωρο .

Κάθε βράδυ είχαν στη σκέψη την Πατρίδα , το χωριό . Οι μέρες κυλούσαν,αλλά το μυαλό ήταν πίσω. Κάθε βράδυ σκεφτόταν και κάτι που αφήσανε εκεί

<< Αχ τώρα ,δε θα ανάψει κανένας το καντήλι του Αι Στράτη , αχ στον Άγιο Ισίδωρο δε θα πάει κανείς να προσκυνήσει ,παπάς δε θα πάει στην Παναγιά στον Κάβο για να θυμιατίσει την εικόνα >>

Όλα τους πλέον είναι εδώ μόνο οι μνήμες του είναι εκεί , τα σώματά τους είναι εδώ μα η καρδιά τους και η αγάπη τους ήτανε πίσω στην πατρίδα .Πολύ δύσκολες οι πρώτες οι μέρες , πολύ δύσκολα τα πρώτα βράδια , αλλιώς ήταν μαθημένοι , η ζωή τους εκεί ήταν αλλιώς . Ξέραν ότι μέσα στα σπίτια τους είχαν τις κουζίνες τους , ότι μέσα στα σπίτια τους είχανε τις τουαλέτες τους .

Τώρα εδώ έχασαν τα πάντα . αλλού το ένα ,αλλού το άλλο .Ένα δωμάτιο μοιρασμένο κι αυτό με κάποιον άλλο .Πάνε τα λιακά που είχανε , πάνε τα μεντέρια με τα πολλά τα μαξιλάρια ,πάνε τα ηλιόφωτα σπίτια που είχανε .Ήταν αναγκασμένοι ζούνε σε ένα σχολείο όλοι μαζί .Πολλές φορές με μια κουβέρτα να χωρίζει η μία από την άλλη .Πώς να μη κλάψουν .Το κλάμα ήταν το πρώτο και μετά ο αναστεναγμός << Αχ   και γιατί ; Θα γυρίσουμε ; >> Πολύ δύσκολα τα πρώτα βράδια που περάσανε εκεί στη λίμνη της Εύβοιας .

Και δεν έφτανε μόνο αυτό . Είχανε και τους ντόπιους που τους λέγανε <<Τώρα μας ήρθανε κι αυτοί οι Τουρκόσποροι .Τι τους θέλουμε τους Τουρκαλάδες μεσα στα σπίτια μας , στα σχολειά μας , μέσα στον τόπο μας ; Θα ρθουν αυτοί οι ξένοι να πάρουν τις δικές μας τις δουλειές ; και μεις τι θα απογίνου-με; >> Αυτά κάθε βράδυ ήταν στα συτιά τους και στα στόματά τους

<< Γιατί ,εμείς είμαστε Έλληνες , εμείς δε ξέρουμε Τούρκικα , εμείς δε ζήσαμε μες στην Τουρκιά ,εμείς είμαστε Έλληνες , τα σχολεία μας ήταν Ελληνικά είχαμ ελληνικά βιβλία , οι δάσκαλοί μας ήταν Έλληνες , οι παπάδες μας ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι .Γιατί μας λένε αυτά ; >>

Άλλος καημός .Είσαι ξένος ,δεν σε θέλουν στο σπίτι τους ,Κάθε βράδυ,είσαι ξένος δε σε θέλω στο σπίτι μου .Το μυαλό πού να πάει; Στην πατρίδα πίσω ή στα λόγια των ντόπιων που τους πίκραναν τόσο πολύ ; Δύσκολα βράδια , δύσκολες μέρες , δύσκολοι μήνες .

Γιατί η προσφυγιά είναι αυτή η οποία ξεριζώνει τον άνθρωπο από τον τόπο του ,από το σπίτι και τον στέλνει αλλού .Για να κάνει μια πατρίδα καινούρια ;Θα μείνει όμως ή θα ξαναγυρίσει πίσω ή θα τον πάνε κάπου αλλού ;Όλες αυτές οι σκέψεις τριγυρίζανε κάθε βράδυ στο μυαλό τους .Κάθε βράδυ νιώθαν άσχημα , κάθε βράδυ νιώθαν πώς ήταν επισκέπτες ανεπιθύμητοι .Γι΄αυτό και δεν ξεχνούσαν τα δυο αυτά χρόνια που μείναν σ΄αυτή την πόλη .

 

 

 

-         Θα θέλατε να ζούσατε εκεί;

 

Θα απαντήσω με ένα << ναι >> .Θα ήθελα να ζήσω εκεί εάν φυσικά υπήρχαν και οι πρόγονοι μου . Τώρα θα ήμουν εγώ ξένη στον τόπο μου , γιατί δεν υπάρχει κανένας πρόγονος μου , κανένας συγχωριανός μου ,αλλά εάν υπήρχαν αυτοί που φύγαν χωρίς να το θέλουν , που τους διώξανε θα ήταν όμορφα ,γιατί είναι ένας πολύ όμορφος τόπος .

Μόνο έτσι θα μπορούσα ,εάν υπήρχαν κι αυτοί οι άνθρωποι που είχαν δημιουργήσει εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια την πόλη του Μαρμαρά .

Τώρα μόνο προσκύνημα κάναμε τις δυο τρεις φορές που πήγαμε εκεί .Ανάψαμε ένα κερί στην εκκλησία του Ταξιάρχη , απέξω βέβαια , γιατί μέσα δεν μας επέτρεψαν να μπούμε, πήγαμε στα σημεία όπου ήταν τα νεκροταφεία μας , ανάψαμε κι εκεί ένα κερί και νοερά είπαμε ότι εδώ είναι θαμμένοι παππούδες , γιαγιάδες , φίλοι, συγγενείς , γνωστοί και βαδίσαμε τα δρομάκια που βαδίζανε και τότε οι παππούδες μας , ανεβήκαμε στο βουνό να μαζέψουμε ρίγανη , φασκόμηλο , κατεβήκαμε στην ακρογιαλιά , μαζέψαμε βότσαλα και όστρακα , περπατήσαμε στα βήματα που είχαν περπατήσει και οι δικοί μας πρόγονοι . Πολλά λείπουνε , πολλά σπίτια έχουν αντικατασταθεί ,έχουνε αφήσει μόνο μια βρύση .Οι πλάτανοι έχουνε φύγει από την παραλία , έχει μείνει μόνο ένας .Δεν υπάρχει καν η Παναγία του Κάβου .

 

 

Τα μάρμαρα από τις ταφόπλακες παρθήκαν και γίνανε δάπεδα για σπίτια και μαγαζιά.

Πηγαίνεις και πονάς πιο πολύ παρά χαίρεσαι ,αλλά είναι ένα προσκύνημα .

 

 

Οφείλουμε να το κάνουμε …….

 

 

Η κ. Πασχαλίτσα Πουλή είχε την τύχη να έχει κοντά της και τους δυο γονείς της ,μέχρι τα βαθιά γεράματα. Και οι δυο τους είχαν τη ρίζα τους στον

Παλιό Μαρμαρά της Προποντίδας .

……….<<< Κάθε βράδυ όλα αυτά τα χρόνια   , στα νυχτέρια όταν η μαμά ,ο μπαμπάς και η θεία και ο θείος μαζεύονταν τα βράδια, δεν είχαν τίποτα άλλο να πούνε παρά << τι πάθαμε , πώς ήρθαμε , πώς πονέσαμε ,πώς ματώσαμε ….>>.Όλα αυτά τα άκουγα μικρή και τα έχω κάνει βίωμά μου και τα θυμάμαι πολύ καλά .

 

          Πώς ζούσανε οι πρόγονοί σας εκεί ;

 

Ο Μαρμαράς ήταν νησί και λεγόταν και Προκόννησος παλιά και Ελαφόνησος παλιότερα με έξι χωριουδάκια .Ο Μαρμαράς ήταν η πρωτεύουσα .Όλοι κάτοικοι ζούσαν πιο πολύ με τη θάλασσα , ήταν αλιείς .Γι΄αυτό και ο Αντώνης Μαρμαρινός , ένας φλογερός πατριώτης , που ήταν δώδεκα χρονών όταν έφυγαν οι Μαρμαρινοί από το νησί τους , έγραψε σε ένα βιβλίο του << …..αλιείς γαρ οι Μαρμαρινοί >> .

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι πιο ευκατάστατοι είχαν τα τακίμια τους στη θάλασσα και για βοηθούς έπαιρναν πάρα πολλούς . Υπήρχαν βέβαια και πάρα πολλοί που ασχολούνταν με το εμπόριο Ήταν πάρα πολύ έξυπνοι και παρόλο που ξεκίνησαν πολύ φτωχοί κατέληξαν κάποιοι να γίνουν και εφοπλιστές όπως ο Νικόλας Κυριακίδης , οι αδερφοί Παντελή , ο Ευσταθιάδης .

 

 

Κτήματα πολλά δεν υπήρχαν γιατί το νησί δεν είχε μεγάλη πεδιάδα , μόνο στο Κλαζάκι υπήρχε εύφορος κάμπος .Η δική μου οικογένεια στο Μαρμαρά είχε λίγα ελαιόδεντρα και αμπέλια . Οι υπόλοιποι κάτοικοι ήταν καφετζήδες , μπαλωματήδες, παστωτζήδες –που παστώνανε ψάρια . Ο Μαρμαράς είχε άφθονα ψάρια που τα πηγαίνανε και στη Ραιδεστό και στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα λιμάνια.

 

 

Εκτός από τα φρέσκα ψάρια που πουλούσαν , στο Μαρμαρά πάστωναν και μεγάλες ποσότητες στα βαρέλια και τα εμπορεύονταν .

Οι γυναίκες για να βοηθήσουν στην οικονομία της οικογένειας έκαναν το μεταξοσκώληκα – τα κουκούλια . Οι γυναίκες πήγαιναν στο μαγαζί που το είχε ένας Εβραίος , όπως έλεγε η μανούλα μου , και αγόραζαν κουτιά ολόκληρα με σπόρο . Για να ευλογηθεί ο σπόρος , όταν οι γυναίκες πήγαιναν στην εκκλησία , έβαζαν λίγο σπόρο στα στήθια τους . Όταν γύριζαν από την εκκλησία , μέσα στον οντά έβαζαν ένα τραπέζι στη μέση με ένα λευκό, καθαρό τραπεζομάντιλο και τον άπλωναν εκεί πέρα .Άναβαν και ένα μαγκάλι για να είναι πάντα ζεστός ο χώρος για να ζεσταθεί ο σπόρος και να ανοίξει . Μετά το άνοιγμα κουβαλούσαν φύλλα από τις ασκαμνιές , τα έκοβαν ψιλά ψιλά με ένα ψαλίδι και τα έβαζαν δίπλα στο ύφασμα . Όταν έβγαιναν τα σκουληκάκια , πήγαιναν και έτρωγαν .Μετά έφτιαχναν μεγάλες κληματαριές μέσα στα σπίτια . Κάθε οκτώ μέρες που μεγάλωναν τα σκουλήκια ,άλλαζαν τοποθεσία που τα έβαζαν . Έτσι από το μεταξοσκώληκα είχαν οι γυναίκες ένα πολύ σπουδαίο εισόδημα για την οικογένεια . Με το μετάξι που έβγαζαν έφτιαχναν με τα χεράκια τους όλα τα εργόχειρά τους και τα προικιά τους .Εκτός από τα εργόχειρά τους , πουλούσαν κιόλας .Το μετάξι του Μαρμαρά ήταν πολύ ξεχωριστό .

 

 

Οι γυναίκες δεν έβγαιναν έξω για να δουλέψουν όπως κάνουν οι σημερινές γυναίκες .Έμεναν μέσα οι κοπέλες και κεντούσαν τα προικιά τους , δεν έβγαιναν έξω για να μαζέψουν ελιές ούτε για να πάνε στη θάλασσα .Τις είχαν οι άντρες σαν αρχόντισσες. Πήγαιναν βόλτες , άλλες έπαιζαν μαντολίνο , είχαν άλλη κουλτούρα οι γυναίκες τότε . Γι΄αυτό τους κακοφάνηκε πολύ όταν βρέθηκαν στη σκληρή προσφυγιά . Ήταν οι γυναίκες στο Μαρμαρά πολύ ντελικάτες , ήταν αρχοντογυναίκες .Δεν έκαναν εξωτερικές δουλειές .Το μόνο που έκαναν ο γιαγιάδες ήταν να μπαλώνουν τα δίχτυα . Καθόταν με τις βράκες στις μαρμαρόστρωτες αυλές και τα δίχτυα που πάθαιναν ζημιά τα μπάλωναν .

 

Ο Μαρμαράς είχε μια καλή επικοινωνία με την Κωνσταντινούπολη .Κάποιος είχε πει πώς ο Μαρμαράς ήταν η αυλή του Πατριαρχείου . Δυο τρεις φορές την εβδομάδα υπήρχε συγκοινωνία με καράβια με την Πόλη . Πήγαιναν και έφερναν εμπορεύματα .Ακόμη πολλοί δούλευαν στην Κωνσταντινούπολη , άλλοι σπούδαζαν στη Μεγάλη του Γένους Σχολή , και έστελναν στους γονείς τους γράμματα και καλούδια . Το ίδιο έκανε και η μάνα , όταν το πλοίο επέστρεφε στην Πόλη .

 

Πολύ καλή σχέση είχε το χωριό και με το Πατριαρχείο .Ο Μαρμαράς είχε μητρόπολη με δεσπότη .Υπάρχουν επιστολές που δείχνουν την πολύ καλή σχέση ανάμεσα στο χωριό και το Πατριαρχείο . Πάνω από το Κλαζάκι βρισκόταν ένα μοναστήρι ,του Αγίου Τιμοθέου και εκεί υπήρχε αγίασμα .

 

 

Την 1 η Αυγούστου κάνανε μεγάλο πανηγύρι εκεί .Πήγαιναν αποβραδίς με τα ζώα τους , τις κάπες τους , με τα φαγιά τους στις καλαθούνες και ξενυχτούσανε στην αγρυπνία . Την άλλη μέρα γινότανε γλέντι με νταούλια και βιολιά χορεύανε , τραγουδούσανε και περνούσαν τη μέρα τους πολύ ωραία.

Πανηγύρι γινότανε και στις 29 Αυγούστου στη μνήμη του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου .Η εκκλησία του βρισκόταν στα ανατολικά του χωριού και ήταν μικρότερη και των Ταξιαρχών που δέσποζε στο κέντρο του χωριού και της Παναγιάς ,που λειτουργούσε μόνο στις μεγάλες γιορτές .

 

Πότε αναγκάστηκαν να φύγουν από τον τόπο τους ;

 

Την πρώτη φορά που φύγανε ήταν το 1915 που πήγανε εξορία στα βάθη της Ανατολής για τέσσερα χρόνια .Όταν γύρισαν τα βρήκαν όλα ρημαγμένα. Μέσα σε τρία χρόνια, όμως οι καημένοι μπορέσαν και ξαναστήσαν τη ζωή τους .

Η μεγάλη καταστροφή έγινε το 1922 , την αποφράδα εκείνη χρονολογία, που έχασε τότε όλη η Μικρά Ασία τον Ελληνισμό . Άλλα μέρη τα έκαψαν –Σμύρνη-, αλλού οι Τσέτες έσφαξαν και ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες άφησαν τα σπίτια τους και ήρθαν στην Ελλάδα .

Οι δικοί μας οι γονείς , που έμεναν σε νησί , δεν υπέφεραν τόσο πολύ. Ίσως γιατί υπήρχαν στο Βόσπορο και στα Δαρδανέλια συμμαχικά υποβρύχια και τους προστάτεψαν .

Όταν ήρθε η διαταγή ότι σηκώνεται ο Μαρμαράς και φώναξε ο τελάλης << Ετοιμαστείτε χωριανοί , φεύγουμε , πάμε στην Ελλάδα >> καταλαβαίνετε τι έγινε . Ό, τι είχαν στήσει τρεισήμισι χρόνια ,έπρεπε πάλι να το εγκαταλείψουν. Και τώρα το άφηναν για παντοτινά . Έγινε θρήνος μεγάλος, κλαυθμός και οδυρμός , έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα .

Είχανε χάσει τα λογικά τους οι καημένοι , ήταν τόσο βαρύ το πλήγμα να σου πούν να ξαναφύγεις προς άγνωστο κατεύθυνση .Προσπάθησαν να πάρουν ότι ιερότερο είχανε . Όσοι είχαν δικά τους καΐκια μικρά φύγαν με αυτά βάζοντας πάνω τις οικογένειες τους και τους συγγενείς τους . Ο πολύς πληθυσμός περίμενε να ρθουν τα βαπόρια να τους πάρουν . Λίγο πριν φύγουν, όλοι μαζεύτηκαν στην εκκλησία και έκαναν προσευχές και ταξίματα . Οι γυναίκες έκλαιγαν . Εκείνο που σκέφτηκαν πρώτα ήταν τι θα κάνουν με τα ιερά κειμήλια που βρίσκονταν στις τρεις μεγάλες εκκλησίες . Μαζεύτηκαν όλοι οι άντρες και πήραν όλες τις εικόνες , τον επιτάφιο , το παγκάρι , το δεσποτικό , τα ευαγγέλια , όλα τα ιερά και τα όσια . Κατά δεύτερο έπρεπε να σκεφτούν και τα πράγματά τους στα σπίτια τους , τα ρούχα τους , τα εργόχειρά τους . Μερικοί ,που είχαν κουκούλια και ήταν η εποχή να τα φουρνίσουνε , τρέχανε οι καημένοι να τα φουρνίσουν .Άλλοι που είχαν βγάλει το κρασί και το είχαν στα μεγάλα βαρέλια ,άρχισαν να κουβαλάνε τις μεγάλες βαρέλες με την ελπίδα ότι θα τα φορτώναν στα καράβια . Άλλοι , οι κεχαγιάδες , τραβούσαν κι αυτοί τα ζώα τους στο λιμάνι .

Έσφιξαν όμως τα δόντια τους και μπήκαν στο καράβι , ματωμένοι και πονεμένοι που αφήναν πίσω τους νεκρούς τους , τα σπίτια τους , τα καλά τους τους ελαιώνες ,τους αμπελώνες .Ακόμα τα θυμάται κανείς και ματώνει η καρδιά του .

Και ξεκινήσαν να ρθουν στη μητέρα Ελλάδα .Μέρες ήταν μέσα στο καράβι .Άλλοι αρρώστησαν , μια γυναίκα γέννησε εκεί μέσα ένα αγοράκι που το βάφτισαν Νικόλα –το όνομα του καπετάνιου , τα ζώα άρχισαν να ψοφάνε χωρίς νερό και τα πετούσαν στη θάλασσα.

Τελικά αποφασίσαν και βγήκαν οι περισσότεροι Μαρμαρινοί στη Λίμνη της Εύβοιας . Μόλις αγκυροβόλησε το βαπόρι , άρχισαν να ξεφορτώνουν τα πράγματά τους στην προκυμαία . Φανταστείτε τι ένιωθαν τώρα αυτοί οι άνθρωποι μετά από τόσες μέρες κακουχίας και πόνου .Είχαν αφήσει πίσω την πατρίδα τους . Καθόταν πάνω στα πράγματα τους στα μπαούλα και στους μπόγους και περίμεναν, να δούνε πού θα πάνε .Από τα μάτια τους δεν έτρεχαν δάκρυα , έτρεχε αίμα .

 

 

 

 

Πώς ένιωσαν τα πρώτα βράδια μακριά από τον τόπο τους ;

 

 

Αμέτρητος πόνος!!!!!!!

Πρώτα πρώτα δεν ήξεραν πού θα μείνουνε. Άρχισαν να παρακαλάνε.Άλλους τους πήγαν μέσα στην εκκλησία ,άλλους στο σχολείο της Λίμνης και άλλους στις αποθήκες .Βάζαν κουρελούδες για να χωρίζουν ένα μέρος για κάθε οικογένεια .Μια κυρία γέννησε μέσα στην εκκλησία του χωριού , στον << Άγιο Μελέτιο >> .Το αγόρι που γεννήθηκε πήρε το όνομα του προστάτη Αγίου και το ονόμασαν Μελέτιο

 

 

        Βέβαια υπήρχαν και άνθρωποι πονόψυχοι .Τη δική μου οικογένεια προθυμοποιήθηκε να φιλοξενήσει ένας τσορμπαρτζής , ένας άρχοντας του μέρους . Αυτός ζήτησε μια ολιγομελή οικογένεια και του δείξανε τη γιαγιά μου την Πασχαλίτσα , τη μανούλα μου και την αδερφή της , που ήταν μοναχές και τις κράτησε στο σπίτι του για δυο ολόκληρα χρόνια .

Οι περισσότεροι πέρασαν πολύ δύσκολα .Είχε αρχίσει να ψυχραίνει και ο καιρός , ήταν ήδη φθινόπωρο .Τότε τους βοήθησε και πάλι ο μεγάλος ευεργέτης ο Νικόλαος Κυριακίδης , ο οποίος νοίκιασε ένα χώρο που θα χρησίμευε για σχολείο με δυο τάξεις .Εκεί θα πήγαιναν τα παιδιά των Μαρμαρινών ,που είχαν αφήσει το
καλλιμάρμαρο οχτατάξιο σχολείο στην πατρίδα ,που είχε χτίσει ο Κυριακίδης . Έπρεπε τα παιδιά να συνεχίσουν τη μόρφωσή τους .

Σ΄αυτό το σχολείο οι δάσκαλοι που έκαναν μάθημα στα παιδιά ήταν ο κ. Νεστορίδης και ο διευθυντής από τα Κυριακίδεια εκπαιδευτήρια κ. Παπαγεωργίου .Αυτοί δίδασκαν στα παιδιά όλα τα μαθήματα για δυο ολόκληρα χρόνια.

Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη .Οι κοπέλες κεντούσαν ξένα κεντήματα για να βγάλουν το ψωμί τους , άλλες μπάλωναν δίχτυα , άλλες έπλεκαν δαντέλες και τις πουλούσαν στις αρχόντισσες Λιμνιές .

 

Ο καιρός περνούσε και μερικοί κάτοικοι της Λίμνης , που φιλοξενούσαν στα σπίτια τους του πρόσφυγες άρχισαν να δυσανασχετούν . Έλεγαν πώς δεν μπορούσαν άλλο να τους φιλοξενούν και πως πρέπει να φύγουν .

Υπήρχαν και μερικοί , όπως μου έλεγε η μάνα μου , που για να τους υποχρεώσουν να φύγουνε τους πετούσαν ζεματιστό νερό ,όταν έβγαιναν έξω .

Σκληρές καταστάσεις , το έζησαν κι αυτό . Τους έλεγαν να φύγουν .<< Φτάνει τόσο που ζήσατε εδώ , να πάτε παραπέρα >> .

Ευτυχώς που σ΄αυτά τα δυο πολύ πονεμένα και στερημένα χρόνια είχαν κοντά τους το Νικόλαο Κυριακίδη το μεγάλο ευεργέτη . Ο κ. Κυριακίδης ήταν φίλος του Ελευθεριου Βενιζέλου , και όταν πάνω στα δυο χρόνια άρχισαν να γίνονται οι αποκαταστάσεις των προσφύγων , ο Βενιζέλος συχνά ρωτούσε τον Κυριακίδη πού ήθελε να αποκαταστήσει τους πατριώτες του .

Είχε αρχίσει η κυβέρνηση να παραχωρεί τόπους ( κυρίως σε μοναστηριακά μετόχια ) στους 1.500.000 πρόσφυγες .Τότε ήταν που ο Κυριακίδης είπε στους συμπατριώτες του να πάνε να ψάξουν σε ποιο μέρος θα ήθελαν να πάνε να μείνουν . Πήγαν στην Επανομή , στη Θεσσαλονίκη και αλλού, όμως σε ένα μέρος είχε μόνο βουνό , σ΄άλλο μόνο θάλασσα . Οι δικοί μας ήθελαν ένα μέρος που να θυμίζει το νησί τους , να έχει και βουνό και θάλασσα .

 

 

Όταν η αντιπροσωπεία των Μαρμαρινών , που γυρνούσε με ένα καραβάκι , είδε στη Χαλκιδική αυτό τον τόπο που έμοιαζε με νησί και τους θύμιζε την Πατρίδα , γύρισαν πίσω στην Λίμνη και είπαμε στους συγχωριανούς τους << Ελάτε σηκωνόμαστε , πάμε στη Χαλκιδική >> . Μάζεψαν τότε τα πράγματά τους και ήρθαν στη Χαλκιδική .

Όταν όμως έφτασαν την 1η Αυγούστου του 1924, του Αγίου Τιμοθέου , και κατέβηκαν από το καράβι ,απογοητεύτηκαν . Σμήνη κουνουπιών έπεσαν πάνω τους να τους φάνε . Δεν μπορούσαν να σταθούν .Όταν είδαν και το βουνό οι γυναίκες άρχισαν να κλαίνε και να λένε << Πού μας φέρατε εδώ ; Θα μας φάνε τα τσακάλια >>. Δεν είχε όμως γυρισμό . Έπρεπε να μείνουν. Όταν τους αποχαιρετούσε το πλοίο , νόμιζαν πώς τελείωνε η ζωή τους σε κείνη την ερημιά . Χάρη στην πίστη στο Θεό , στην αξιοπρέπειά τους και στην υπομονή τους μπόρεσαν και δεν έχασαν τα λογικά τους .Γιατί άλλο να βρεθείς πρόσφυγας σε μια οργανωμένη κοινωνία και άλλο σε ένα ρουμάνι που μόνο τα κόκκινα κεραμίδια από το Μετόχι έδειχναν ότι υπήρχε ανθρώπινη ζωή .

 

 

Πρώτα κατέβηκαν οι άντρες και άνοιξαν τόπο για να μπορέσουν να ακουμπήσουν τα πράγματά τους . Σε κείνο το μέρος δίπλα στη Θάλασσα , στο Μπαλαμπάνι , έστησαν τις σκηνές τους και μπήκαν μέσα . Οι άντρες έκοψαν μεγάλα ξύλα και έστησαν μια παράγκα , την πρώτη τους εκκλησία .Εκεί έβαλαν όλα τα κειμήλια και τα όσια που είχαν φέρει από την πατρίδα , για να τα προστατέψουν από τον καιρό . Νερό δεν είχαν καθόλου . Για δυο χρόνια έμειναν μέσα στα τσαντίρια.

 

Το Μπαλαμπάνι ήταν ένα μέρος αφιλόξενο , ένα ρουμάνι , χωρίς δρόμους .Για να στηθεί αυτό το χωριό , οι παππούδες μας και οι πατεράδες μας έπιασαν με μπαλτάδες και γκασμάδες και έκοψαν ένα φαρδύ χώρο σαν δρόμο για να χωρίσουν το μέρος που θα έμεναν από το δάσος . Ύστερα έκαψαν όλα τα δέντρα από το δρόμο και κάτω μέχρι την παραλία .Μετά οι άντρες έσκαψαν και έβγαλαν τα ξύλα , το καθάρισαν και χώρισαν οικόπεδα . Εκεί στήθηκαν τα πρώτα προσφυγικά σπιτάκια.Αυτά ήταν γερμανικής κατασκευής ,ετοιμοπαράδοτα .

Εκεί ξεκίνησαν τη ζωή τους . Άρχισαν να μπολιάζουν τις αγριελιές , να βάζουν κανένα αμπελάκι , ΄να φτιάχνουν κανένα χωραφάκι για να μπορέσουν να ζήσουν. Άρχισε όμως η ελονοσία .Οι άνθρωποι άρχισαν να πεθαίνουν ,δέκα δέκα την ημέρα ,γιατρός δεν υπήρχε . Όσοι είχαν λίγα χρήματα άρχισαν να φεύγουν. Πήγαιναν πίσω στη Λίμνη , στη Χαλκίδα ,στην Αθήνα σε συγγενείς τους .Από τις 500 ή 350 περίπου οικογένειες που είχαν φτάσει στο Μπαλαμπάνι , έμειναν μόνο 100 . Τότε ήταν που ορκίστηκαν, έκαναν συμβόλαιο τιμής ότι δε θα έφευγε άλλος κανένας ,γιατί πάλι θα ερήμωνε ο τόπος .Οι φτωχοί άλλωστε δεν είχανε πού να πάνε. Σ΄αυτή τη δύσκολη στιγμή ο Νικόλαος Κυριακίδης έστειλε δυο μεγάλα καράβια με τρόφιμα και τα αδέρφια Παντελή ρούχα και υποδήματα .

Ήταν τόση η ανέχεια που οι γυναίκες άρχισαν να κάνουν κουκούλια ,όπως έκαναν στην πατρίδα .Πήραν σπόρο και μέσα στο Μετόχι Γρηγορίου , σε μια αποθήκη , πρωτόφτιαξαν οι Μαρμαρινές κουκούλια .Εκεί έστησαν και αργαλειούς και ύφαναν ρούχα για τους άντρες τους .Ήταν χρυσοχέρες , οικονόμες και νοικοκυρές και μπορέσαν και βοηθήσαν τους άντρες τους .

 

Δούλεψαν σαν θηρία .Όλα τα χωράφια τους στο Λαδαριό , στο Αζάπικο , όλα με τα χέρια τους .Οι φλέβες των παππούδων μας   είχαν πρηστεί σαν καραβόσκοινα . Οι παππούδες σας περάσαν πολύ πόνο ,ήταν όμως τόσο αξιοπρεπείς , τόσο εργατικοί , τόσο σωστοί , που δεν άφησαν να πάρει κάτω ο πόνος τους.Τον μετριάζανε τον πόνο και βρίσκανε το κουράγιο να ζούνε και γλυκιά ζωή . Δεν άφησαν τις γιορτές τους , τα πανηγύρια τους ,τα έθιμά τους .

 

 

 

Θυμάμαι πως τον πρώτο επιτάφιο ,επειδή δεν υπήρχαν λουλούδια στην περιοχή , τον στόλισαν με ψεύτικα που έφτιαξαν από χρωματιστά χαρτιά . Και ήταν τόσο ωραία που έμοιαζαν αληθινά .Έπαιρναν κουράγιο από την αγάπη που είχαν μεταξύ τους .Καμιά φορά ,αν κανένας πλούσιος έφερνε το γιατρό από τον Άγιο Νικόλαο με το ζώο , τότε αυτός ο γιατρός έδινε και στους άρρωστους φτωχούς γέροντες φάρμακο για την ελονοσία . Ο ένας στήριζε τον άλλο.

Δύσκολα χρόνια πέρασαν οι δικοί μας , Ήρθαν μετά και οι πόλεμοι .Πώς τα κατάφεραν και έζησαν !!!!!!!!

 

 

 

Θα θέλατε να ζούσατε στην παλιά Πατρίδα ;

 

Το ρωτάτε ; ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ ….   Όχι τόσο εμείς , όσο οι γονείς μας .Οι γονείς μας πέθαναν με τον πόνο αυτό .

Στα γράμματα , που   έστελναν οι Μαρμαρινές από τη Λίμνη αλλά και από το Μαρμαρά στις αδερφές τους στην Κωνσταντινούπολη , είναι αποτυπωμένη η νοσταλγία τους για τη Πατρίδα .Όλο ρωτούσαν τους συγγενείς τους << Πότε λέτε ότι θα γυρίσουμε ; >> , << Πώς τα βλέπετε τα πράγματα ; >> Δεν ήθελαν να πιστέψουν ότι θα μείνουν παντοτινά στο νέο μέρος .Ζούσαν με την κρυφή ελπίδα και τον πόθο ότι θα ξαναγυρίσουν .Ύστερα κατάλαβαν ότι δε έχει γυρισμό και τότε αρχίσαν από το τίποτα γιατί ήθελαν να κρατηθούν στη ζωή .

 

 

 

 

Όταν έκλεισαν ογδόντα χρόνια από την καταστροφή έγραψα ένα ποίημα .

 

 

Ογδόντα χρόνια πέρασαν

σχεδόν όλοι τους φύγαν

με τη νοσταλγία της παλιάς πατρίδας τους

στον άλλο κόσμο πήγαν .

 

Καταλάβατε για ποιους σας μιλώ

για τους προγόνους μας τους Μικρασιάτες

που άθελά τους βρέθηκαν

στης προσφυγιάς τις ματωμένες στράτες .

 

Τράβηξαν πολλά

γιατί θέλησαν να ελευθερωθούνε

από τον τούρκικο ζυγό

και ελεύθεροι να ζούνε

 

Δεν άρεσε αυτό στην Τουρκιά

και τους επολεμήσαν

άλλους στον τάφο στείλανε

κι άλλους τους εξορίσαν .

 

Τους έδιωξαν κακήν κακώς

απ΄τ΄άγια χώματά τους

χιλια εννιακόσια είκοσι δυο

χρονολογία αποφράδα

τους ξεριζωμένους Μικρασιάτες

δέχονταν η Ελλάδα .

 

Κι άνοιξε την αγκάλη της

σαν στοργική μητέρα

και δέχτηκε τα παιδιά της

που ήρθαν κατατρεγμένα .

 

Όσο κι αν προσπάθησε

τον πόνο τους να γλυκάνει

η λαβωματιά ήταν βαθιά

δεν μπόρεσε να γιάνει .

 

Η θύμηση δεν έσβησε όλα αυτά τα χρόνια

με πόνο για την παλιά πατρίδα τους

μιλούσανε οι πρόσφυγες ως τη στερνή τη στιγμή τους

στα παιδιά τους και στα εγγόνια .

 

Αχ Θέε μου σαν να τους ακούω …

 

<< Μωρ΄ παιδάκι μ΄βάλτο με το νου σ΄

   φύγαμε και τ΄αφήσαμε όλα πίσω μας

   βιος , εκκλησιές ,σχολεία

   που μείκαμε σαν τα πουλάκια

   που πετούν με δίχως κατοικία .

   Ήρταμε στη μάνα Ελλάδα

   με την ψυχή στο στόμα

ματώσαμε , πονέσαμε

για να σταθούμ στα πόδια .

Εκείνο που μας βάσταξε

κορτσάκι μ΄ζουντανούς

ήταν η πίστη μας στο Θεό

η αξιοπρέπεια κι η υπομονή

και δε μας σάλεψε ο νους >>

 

Οι αφηγήσεις τους αυτές

ήτανε καθημερινές

 

ώσπου μεταγγίσανε και σε μας

τον πόνο τους της προσφυγιάς

 

Αχ πονεμένοι μας γονείς

ήρωες ήσασταν της ζωής

είμαστε περήφανοι για σας

πολύ σας αγαπάμε .

 

Ένα πρέπει να ξέρετε .

Ούτε την παλιά πατρίδα σας

ούτε και σας ξεχνάμε .

Για τούτο πάλι σήμερα

μ΄ευλάβεια τη μνήμη σας τιμάμε .

 

 

 

 

 

 

 

 

                   ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΛΥ κ.ΠΑΣΧΑΛΙΤΣΑ

 

Τη συνέντευξη πήραν οι μαθητές-τριες :

 

Βαλαχής Δημήτρης

         Ντελιοπούλου Θεοφανή

Γκίκα Μαρία

 

 

 

 

 

 

Ο κ. ΝΑΝΟΣ   ΣΤΑΥΡΟΣ   θυμάται ………………..

Ο Μαρμαράς βρίσκεται στην Προποντίδα και είναι ένα νησί που έχει πέντε χωριά επάνω , το Μαρμαρά , το Πραστειό , την Αφθόνη , το Κλαζάκι και τα Παλάτια . Ο περισσότερος κόσμος ασχολούνταν με την αλιεία .Με το γρίπο ( μεγάλο δίχτυ ) ψάρευαν χιλιάδες οκάδες ψάρια –κολιούς και κολιαρούδια - που τα πάστωναν .

 

 

 

 

Ο πατέρας μου πουλούσε ψάρια στη Μυτιλήνη , στη Σμύρνη και γυρνούσε πίσω στο νησί με καΐκι που είχε πανιά . Δεν υπήρχαν τότε μηχανές.

 

Στο Μαρμαρά υπήρχαν δυο σχολεία , τα Κυριακίδεια και το Παντελίδειο Παρθεναγωγείο και βρίσκονταν ανατολικά στην περιοχή του Αι Γιάννη .

 

Τα σπίτια τους ήταν διώροφα .Το κάτω μέρος ήταν πέτρινο και ο πάνω όροφος ήταν ξύλινος .

 

Η πρώτη εξορία έγινε γιατί οι Τούρκοι νόμιζαν ότι οι Μαρμαρινοί τροφοδοτούσαν τα εγγλέζικα υποβρύχια , ότι έκαναν δήθεν κατασκοπία. Τότε μάζεψαν όλο το χωριό , όλα τα γυναικόπαιδα και τα πήγαν στη Κερμαστή. Εκεί πήγε και η μάνα μου με μια συννυφάδα της .Εκεί γεννήθηκε και μια αδερφή μου. Μετά από δυο χρόνια γύρισαν πίσω στο νησί .Τότε είδαν τα σπίτια τους και τις περιουσίες τους κατεστραμμένες .Είχαν όμως τη δύναμη να ξαναρχίσουν τη ζωή τους.

 

 

 

 

Το 1922 ήρθε η διαταγή να εγκαταλείψουν το χωριό τους.Ήταν πολύ δύσκολα. Φεύγοντας έπαιρναν ό,τι μπορούσαν , τα κειμήλια .

 

Στην αρχή τους πήγαν στη Λίμνη της Εύβοιας λίγο πιο πάνω από τη Χαλκίδα. Κάποιοι συγγενείς μας, η οικογένεια ενός θείου μου , έμειναν εκεί γιατί ο θείος μου είχε γαιδουράκια και δούλευε στα μεταλλεία στο Μαντούδι.

 

Μετά από δυο χρόνια ένα μεγάλο καράβι τους έφερε εδώ στο Ν.Μαρμαρά και τους άφησε στην άμμο . Στην αρχή στήσανε τσαντίρια εκεί που σήμερα είναι τα κτήματα δεξιά και αριστερά του δρόμου που πάει προς το Μετόχι Γρηγορίου .

 

 

 

 

Εκεί υπήρχαν αρκετές ελιές που είχαν φυτέψει οι καλόγεροι .Ο πρώτος χειμώνας ήταν ήπιος ,αλλά πολύς κόσμος αρρώστησε από ελονοσία . Λίγο πιο πέρα από τα τσαντίρια , εκεί που τώρα είναι το ΠΟΡΤΟ ΚΑΡΡΑΣ , υπήρχαν παντού έλη. Θυμάμαι που φέρναμε με το καΐκι από την Νικήτη με τα βαρέλια δηλητήριο που το ανακατώνανε με νερό και ραντίζανε την περιοχή για να εξοντώσουν τα κουνούπια .

 

 

Μετά από καιρό ήρθε συνεργείο για να μετρήσει και να χαράξει οικόπεδα .Η κάθε οικογένεια έπαιρνε κι ένα οικόπεδο .Ο πατέρας μου έτυχε το οικόπεδο που είμαστε τώρα εδώ . Ήρθε διαμόρφωσε το έδαφος , γιατί ήταν κατηφορικό το μέρος και μετά το συνεργείο με ξύλινα καλούπια , που έβαζε μέσα σύρμα για να δέσει το μπετόν , έστησε το σπίτι μας. Έτσι σιγά σιγά ο καθένας άφηνε το τσαντίρι του και πήγαινε στο σπίτι του .

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΛΥ κ. Σταύρο

 

Τη συνέντευξη πήραν οι μαθήτριες Δεληθανάση Μαριάνθη, Ματσούκα Άμυ, Μερσίνη Ελένη

 

 

                   Συνέντευξη από τον κ. Μιχάλη Λάζογλου

 

 

 

Τα σπίτια στο Παλιό Μαρμαρά ήταν μέχρι τον πρώτο όροφο πέτρινα και από κει και πάνω ήταν όλο τσακμάδες –σανίδια . Τα σπίτια ήταν το ένα κοντά στο άλλο . Αν έπαιρνε το ένα φωτιά καίγονταν και το άλλο.

 

Στον πρώτο σηκωμό μας πήγαν εξορία στην Κρεμαστή για να μην τροφοδοτάμε τα υποβρύχια τα ελληνικά . Εγώ εκεί γεννήθηκα στον Κασαμπά το 1917 .Το 1919 γυρίσαμε πίσω στο χωριό. Δεν προλάβαμε όμως να κάνουμε και πολλά πράγματα , γιατί το 1922 ξανασηκωθήκαμε .Φύγαμε μια και μια και δεν ξαναγυρίσαμε .

 

Όλο το χωριό έφυγε από το Μαρμαρά με το βαπόρι << Βασιλιάς Κωνσταντίνος>> Από το χωριό τα σηκώσαμε όλα .

 

Ο καπετάνιος τους έλεγε ……  

  

<< Πάρτε ότι θέλετε , και τα κεραμίδια ακόμα >> τόσο μεγάλο ήταν το βαπόρι .

 

 

Η οικογένεια μου έφυγε από το νησί με το καΐκι του θειου μου τον καπετάν Θωμά.Αφού φύγαμε από το Μαρμαρά πιάσαμε το νησί την Τένεδο Το καΐκι ήταν φορτωμένο σιτάρι . Αλέσαμε στον νερόμυλο σιτάρι και κάναμε ψωμί.

                                 Αναχώρηση προσφύγων από το Μαρμαρά

 

 

 

 

 

 

Ήμασταν μικροί δεν καταλαβαίναμε και πολλά .Εγώ ήμουν έξι χρονών .

 

Κανα δυο οικογένειες συγγενείς που ήταν μέσα στο καράβι , μείνανε εκεί για να γυρίσουνε πίσω , να πάνε στο Μαρμαρά .Εμείς πήγαμε στον Πειραιά .

 

 

 


Από τον Πειραιά φύγαμε και με ένα βαποράκι τον << Αλέξανδρο >> μας πήγαν στη Εύβοια , στη Λίμνη Ευβοίας .

 

 

Άφιξη προσφύγων στη Λίμνη

 

 

 

 

 

 

Εκεί είχε πάει το χωριό . Εκεί μείναμε δυο χρόνια .

 

Μαρμαρινοί πρόσφυγες σε σκηνές στη Λίμνη

 

 

Μας πήγαν εκεί γιατί είχε εργοστάσια που έβγαζαν λευκόλιθο και είχε δουλειές . Οι κάτοικοι εκεί μας φωνάζανε Τουρκάκια , οι δικοί μας όμως γυρεύανε να βρούνε μέρος να κάνουμε χωριό . Μερικές οικογένειες ψαράδες που είχαν φύγει από το Μαρμαρά είχαν έρθει στη Χαλκιδική και μένανε στον Άγιο Νικόλαο .Και γράψανε ένα γράμμα ότι στη Χαλκιδική έχει ένα μέρος καλό.

 

 

Μετά από δυο χρόνια σηκωθήκαν από τη Λίμνη Ευβοίας , μας βάλαν σε ένα βαπόρι μέσα , ήρθαμ΄εδώ , μας πετάξαν εκεί στην άμμο και με κουβέρτες έφραζαν τα μέρη .Είχε όμως ελονοσία και πεθαίναν πολλοί , δυο την ημέρα . Στην περιοχή ζούσαν μόνο καλογέροι .Υπήρχε και ένα χωριό πάνω στο βουνό, ο Παρθενώνας, που ήρθαν και αυτοί κάτω .

 

Το μέρος ήταν πολύ αραιοκατοικημένο .Όλη είχε η χερσόνησος είχε λίγα χωριά τη Νικήτη , τον Αγιο Νικόλα , τον Παρθενώνα και τη Συκιά φΎστερα ήρθαμε κι εμείς εδώ και κάναμε χωριό .Νερό δεν είχε , ήταν λίγο δύσκολα τα πράγματα .

Το 1925 ήρθε ο εποικισμός και μας έκαναν σπίτια οι Γερμανοί , οι Αυστριακοί και οι Σέρβοι , αυτοί ήταν οι τεχνίτες .Τα σπίτια τα έχτιζαν με ξύλα και τσιμέντο με σύρμα μέσα . Καλά ήταν τα σπίτια .Κάποια υπάρχουν ακόμα και σήμερα .

Ύστερα από κάμποσα χρόνια φέραμε νερό , κάναμε εκκλησία , κάναμε σχολείο ,σιγά , σιγά να φτιάχναμε ένα ένα . Βοηθήσαν και οι δικοί μας από την Αμερική , οι εφοπλιστές ο Κυριακίδης και ο Παντελής .Έστειλαν λεφτά για το σχολείο , για την εκκλησία , ό,τι μπορούσαμε φτιάχναμε .

 

Τώρα είναι καλά . Είναι ένα τουριστικό χωριό .

 

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΛΥ κ. Μιχάλη

                            Τη συνέντευξη πήρε η μαθήτρια Ματσούκα Άμυ

 

 

 

 

 

 

 

Έγγραφο της Ελληνικής Εταιρείας Θαλάσσιων Επιχειρήσεων

Όπου αναφέρεται η μεταφορά και η άφιξη των προσφύγων στο Μπαλαμπάνι της Χαλκιδικής με τα πλοία <<ΧΡΥΣΑΛΛΙΣ>> και

<< ΣΠΕΤΣΑΙ >>

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ   ΑΠΟ ΤΟΝ κ. ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

 

 

Το Κλαζάκι –ένα μικρό χωριό- ήταν κοντά στο Παλιό Μαρμαρά . Εμείς οι Κλαζακινοί , ήμασταν αγρότες . Είχαμε ένα μεγάλο κάμπο για να καλλιεργήσουμε και πολύ λίγοι ήταν ψαράδες . Ανταμώναμε τακτικά με τους Μαρμαρινούς και συζητούσαμε για το πώς περνούσαμε . Ήμασταν πολύ φτωχοί .

 

ΕΡΩΤΗΣΗ : Πότε αναγκαστήκατε να φύγετε από τον τόπο σας ;

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ : Το 1922 .

 

ΕΡΩΤΗΣΗ : Καταφέρατε να πάρετε κάποια πράγματα μαζί σας ;

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ : Πήραμε κουβέρτες και πράγματα που μας ήταν αναγκαία . Περπατούσαμε δύο μερόνυχτα απ’ το Κλαζάκι για να πάμε στον Παλιό Μαρμαρά .

 

Εγκατασταθήκαμε για 7 χρόνια σ’ ένα χωριό της Πέλλας : την Καλή . Ήμασταν πολλές οικογένειες και μας έλειπε η θάλασσα , διότι τη βλέπαμε καθημερινά .Ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία . Ο μπαρμπα-Βασιλάκης, πήγε στα Γιαννιτσά και ρώτησε να μάθει πού βρίσκονταν οι Μαρμαρινοί και του απάντησαν : στο Μπαλαμπάνι της Χαλκιδικής . Δε γνωρίζαμε που ήταν η Χαλκιδική και μας είπαν κοντά στο Άγιον Όρος. Ξεκινήσαμε για το Μπαλαμπάνι στο Μετόχι Γρηγορίου (1929). Η μόνη οικογένεια που έμεινε στην Καλή , είχε το επώνυμο Ζαφείρη .

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΛΥ κ. Αναστάση

Τη συνέντευξη πήρε ο μαθητής Δημήτρης Βαλαχής

 

 

 

ΖΩΓΡΑΦΙΖΟΥΜΕ   ………

 

Τον ξεριζωμό , τη ζωή στις σκηνές και το χωριό τα πρώτα δύσκολα χρόνια .

 

 

 

      

 

   Οι μαθητές της ΣΤ1 Δημοτικού Σχολείου Ν.Μαρμαρά

 

 


Βαλαχής Δημήτρης                        Γκίκα Μαρία

Δεληθανάση Μαριάνθη                   Ζάρας Ασίμης

Καντιλάρι Μαρίνι                             Καρνόπουλος Ευστάθιος

Λάκκας Γιώργος                             Λειβαδιώτης   Γιώργος

Μαρτζιβάνος Δημήτριος                 Ματσούκα Αμυγδαλιά

Μερσίνη Ελένη                             Μινασίδης Ηλίας

Νικολέας   Χρήστος                       Ντελιοπούλου Θεοφανή

Ντισάνη Εσμεράλντα                       Οικονόμου Στέφανος

Σαουλέα   Γκάμπριελ

 

 

Και η δασκάλα τους Καλλέα Γίτσα