Η ιστορία του χωριού μου !

        Αφορμή για την εργασία αυτή στάθηκε , γύρω στον Οκτώβριο, το κείμενο << Η γειτονιά της πόλης – Η παλιά γειτονιά >> στο μάθημα της << Γλώσσας >> . Συζητώντας με τη δασκάλα μας διαπιστώσαμε πόσο έχει αλλάξει η ζωή στο χωριό .Θα θέλαμε όμως πολύ να μάθουμε πώς ήταν η ζωή των παππούδων πριν από εξήντα, εβδομήντα χρόνια και γι΄αυτό αποφασίσαμε να ασχοληθούμε περισσότερο .

        Χωριστήκαμε σε τρεις ομάδες και με το μαγνητοφωνάκι –σαν μικροί δημοσιογράφοι – επισκεφτήκαμε ανθρώπους που ήθελαν να μας βοηθήσουν . Πόσα πράγματα μας είπαν !!!! Ασταμάτητα και με μεγάλη συγκίνηση μας περιέγραφαν τη δύσκολη ζωή των πρώτων χρόνων ,αλλά και των επόμενων .

        Και τι δεν μάθαμε !!!! Πώς στήθηκε το χωριό μας , πώς ήταν η καθημερινή ζωή των χωριανών μας , πώς ήταν τα σπίτια τους , ποιες ήταν οι δουλειές τους , πώς διασκέδαζαν ……………..

 

        Όλο το υλικό που μαζέψαμε, αφού το επεξεργαστήκαμε το βάλαμε σ΄ αυτό το βιβλίο , που το αφιερώνουμε σ΄αυτούς που μας βοήθησαν:   στην κ. Παναγιωταρέλη   Ευστρατία , στην κ. Πουλή Πασχαλιά , στον κ. Λογοτριβή Χρήστο ,στους παππούδες , στις γιαγιάδες μας και στους γονείς μας .

 

             Τους ευχαριστούμε πάρα πολύ

 

                             Οι μαθητές της Ε1 τάξης

                         του δημοτικού σχολείου Ν. Μαρμαρά

 

Βαλαχής Δημήτρης                          Μαρτζιβάνος Δημήτρης

Γκίκα Μαρία                                    Ματσούκα Άμυ

Δεληθανάση Μαριάνθη                    Μερσίνη Ελένη

Ζάρας Μάκης                                  Μινασίδης Ηλίας

Καντιλάρι Μαρίνι                              Νικολέας Χρήστος

Καρνόπουλος Στάθης                      Ντελιοπούλου Φανή

Λάκκας Γιώργος                             Ντισάνη   Άλντα

Λειβαδιώτης Γιώργος                       Σαουλέα   Γκαμπριέλ

 

                       Η ΖΩΗ ΣΤΙΣ ΣΚΗΝΕΣ

 

                        Οι κάτοικοι από τον Παλιό Μαρμαρά έφυγαν κατατρεγμένοι πρόσφυγες από την πατρίδα τους και αφού έμειναν δυο χρόνια στη Λίμνη της Εύβοιας έφτασαν ένα απομεσήμερο του 1924 με ένα καράβι στο νέο χωριό τους ,που όμως δεν ήταν χωριό αλλά μια τοποθεσία με θάμνους, λαδάνια , σχοίνια και ψηλά δέντρα . Κατέβηκαν από το πλοίο και άρχισαν να κόβουν τους θάμνους για να μπορούν να πατήσουν ,τόσο άσχημα ήταν τα πράγματα . Ο τόπος αυτός λεγόταν << Μπαλαμπάνι >> .

Δεν είχαν πού να μείνουν . Για δυο χρόνια έμεναν σε αντίσκηνα , χειμώνα καλοκαίρι , με κρύο και με ζέστη με βροχή και ήλιο .Η ζωή τους ήταν πολύ δύσκολη , γιατί οι ανάγκες τους ήταν μεγάλες . Δεν υπήρχαν δωμάτια , κουζίνα ,τουαλέτα , κρεβάτια και όλα τα αντικείμενα του σπιτιού . Μπόρεσαν όμως να επιβιώσουν .

Για να ζεσταθούν άναβαν έξω ξύλα , έπαιρναν τα κάρβουνα , τα έβαζαν στα μαγκάλια και με το μαγκάλι στη μέση της σκηνής προσπαθούσαν να ζεσταθούν . Βέβαια υπήρχε ο φόβος της δηλητηρίασης, αφού από τα κάρβουνα ,αν δεν είναι καλά αναμμένα , βγαίνει ένα αέριο που μπορεί να προκαλέσει θάνατο .

Στην περιοχή δεν υπήρχε τίποτα για να τους δώσει τροφή. Τροφή βρίσκανε μόνο στη θάλασσα ή στη γη . Η γη τους έδινε διάφορους βολβούς και χόρτα . Αργότερα άρχισαν δειλά δειλά να φτιάχνουν τους πρώτους κήπους .

Πολλά άτομα χάθηκαν τα δύο πρώτα αυτά χρόνια από μια αρρώστια , την ελονοσία , που μεταδίδονταν από τα μολυσμένα κουνούπια. Αυτά ζούσαν στο μέρος ,που τώρα είναι χτισμένη η μαρίνα του Πόρτο Καρράς . Εκεί απλωνόταν ένα μεγάλο έλος .

Στον ενάμιση χρόνο το κράτος τους έδωσε μια μικρή οικονομική βοήθεια , λίγες ομολογίες .

Αρχικά στον τόπο αυτό δεν υπήρχε τίποτα . Δυο χωριανοί εφοπλιστές έστειλαν δυο μεγάλα βαπόρια με τρόφιμα και ζήσανε τον πρώτο τον καιρό . Μετά το Μετόχι του Γρηγορίου ,που υπήρχε από πριν , τους έδωσε λίγα κτήματα που τα καλλιέργησαν οι παππούδες με σιτάρι και κριθάρι και έβγαλαν το ψωμί τους . Αργότερα κάποιοι που ήταν ψαράδες έφτιαξαν βάρκες ή άλλοι πήραν ένα ζώο και κατέβαζαν ξύλα από το βουνό . Πολύ δύσκολες συνθήκες ζωής !!!

Το 1936 έγινε οριστική διανομή και το κράτος τους έδωσε κτήματα και έτρεξαν όλοι στις πλαγιές και στα βουνά με τις αγριελιές και τις ημέρεψαν ,τις μπόλιασαν , και όργωσαν τα χωράφια που έχουν μέχρι σήμερα .

Αργότερα οι καλόγεροι από το Μετόχι έφεραν δυο ξυλέμπορους στο χωριό που νοίκιασαν το δάσος. Τότε άνοιξε μια μεγάλη δουλειά για τους κατοίκους . Με τα ζώα πήγαιναν στο δάσος και άλλοι έκοβαν τα ξύλα , άλλοι κατέβαζαν δαδί , άλλοι έφτιαχναν κάρβουνα .Όλα αυτά τα πουλούσαν και έτσι έπαιρναν χρήματα και μπορούσαν να ζήσουν κάπως καλύτερα .

 

                       ΤΑ ΠΡΩΤΑ   ΣΠΙΤΙΑ

 

Μετά από δυο χρόνια ,το 1926 , μια Γερμανική εταιρία σε συνεργασία με την ελληνική για την αποκατάσταση των προσφύγων, κατασκεύασαν τα πρώτα σπίτια του Εποικισμού ,αρχικά στην περιοχή που είναι σήμερα το γήπεδο του χωριού και μετά στην περιοχή της πλατείας του Παράσχου και στο λιμανάκι .Για να χτιστούν αυτά τα σπίτια έπρεπε πρώτα να καθαριστεί η περιοχή από τους θάμνους .Με πολλή προσωπική δουλειά ανοίχτηκαν μονοπάτια, κόπηκαν τα ψηλά δέντρα και δημιουργήθηκαν οικόπεδα για να χτιστούν τα σπίτια .

 

Τα σπίτια του Εποικισμού δε χτίστηκαν όπως σήμερα, αλλά αυτά ήρθαν στην περιοχή μισοκατασκευασμένα .Ήρθαν οι τέσσερις τοίχοι οι εξωτερικοί και τα εσωτερικά χωρίσματα . Ο τοίχος με το παράθυρο και την πόρτα ήταν ήδη έτοιμος . Έτσι τα σπίτια κατασκευάστηκαν γρήγορα και οι Μαρμαρινοί έφυγαν από τα αντίσκηνα και πήγαν σε σπίτια με κεραμίδια.

Τα σπίτια αυτά ήταν τριών ειδών . Σπίτια για μικρή οικογένεια δύο ή τριών ατόμων , σπίτια μεσαία για πάνω από τρία άτομα και σπίτια για μεγάλες οικογένειες με πάνω από πέντε και έξι άτομα .

 

Τα σπίτια αυτά είχανε υπνοδωμάτια , και μια μικρή κουζινίτσα χωρίς τη σημερινή υποδομή με νεροχύτες και ντουλάπια .Απλά βάζανε μια λεκάνη και από πάνω ένα τενεκεδένιο δοχείο με μια βρυσούλα Μέσα στο δοχείο ρίχνανε νερό και έτσι είχανε νερό μέσα στην κουζίνα για να πλύνουν ή να πλυθούν. Όταν γέμιζε η λεκάνη ρίχνανε το νερό έξω .

Αργότερα έφτιαξαν τσιμεντένιους νεροχύτες , άνοιγαν μια τρύπα στον τοίχο και από κει μάζευαν έξω από το σπίτι τα νερά ,που τα σκορπούσαν μετά στο οικόπεδό τους .

 

 

Το πιο δύσκολο σε αυτά τα σπίτια ήταν η τουαλέτα .Η τουαλέτα ήταν έξω στην αυλή . Για το μπάνιο τους άναβαν φωτιά έξω στην αυλή, έβαζαν την πυροστιά και πάνω το καζάνι με νερό για να ζεσταθεί.Μετά το έπαιρναν με τους τενεκέδες μέσα στο σπίτι .Οι μαμάδες είχαν μεγάλες τενεκεδένιες λεκάνες και με ένα μαστραπά ρίχνανε νερό στο σώμα τους και σαπουνιζόταν .Μετά το μπάνιο μάζευαν τα νερά σε ένα κουβά ή τενεκέ και τα πετούσαν έξω .

Όσοι είχαν κάποια χρήματα μπόρεσαν και έβαλαν μέσα στα δωμάτια ξύλινα πατώματα . Άλλοι έβαλαν μόνο τσιμέντο . Γύρω γύρω από το σπίτι ήταν η αυλή .Οι αυλές τότε δεν είχαν περίφραξη και εύκολα ο καθένας πήγαινε στο σπίτι του γείτονα .

 

Πέρασαν τα χρόνια ο πληθυσμός του χωριού μεγάλωνε , οι ανάγκες μεγάλωναν . Πολλαπλασιάστηκαν οι οικογένειες ήρθε ο τουρισμός και τα σπίτια αυτά άρχισαν να τα γκρεμίζουν και στη θέση τους να χτίζουν σπίτια με μοντέρνα τεχνική δηλ. με τσιμέντο ,ασβέστη με τούβλα .

 

 

Τα μικρά σπιτάκια του εποικισμού έδωσαν τη θέση τους σε διώροφα τριώροφα και σε μερικές περιοχές πενταόροφα .

 

 

 

Σ΄αυτά τα καινούρια σπίτια λείπει η ζεστασιά των κατοίκων . Ο καθένας περιορίζεται μέσα στο σπίτι του και δεν έρχεται σε επαφή με το γείτονα , τη γειτόνισσα. Δεν υπάρχουν οι σχέσεις που υπήρχαν τότε .

 

 

Τότε οι σχέσεις των ανθρώπων ήταν ζεστές , υπήρχε η αγάπη , ο σεβασμός , η κατανόηση, η αλληλοβοήθεια. Όταν σε κάποιον έλειπε κάτι , ο διπλανός του το έδινε με προθυμία . Όταν μια γειτόνισσα είχε ανάγκη , έτρεχαν να βοηθήσουν .

Οι δρόμοι που υπάρχουν σήμερα , όλοι κατασκευαστήκανε με προσωπική δουλειά των κατοίκων . Ο καθένας πήγαινε , χωρίς να πληρωθεί και βοηθούσε το μηχανικό που ήθελε να χαράξει το δρόμο. Στην αρχή ήταν χωμάτινοι και μετά με την πάροδο του χρόνου στρώθηκαν με άσφαλτο . Όταν ήθελαν να περάσουν σε ένα σπίτι τους σωλήνες για το νερό όλοι πήγαιναν να βοηθήσουν .

 

 

Την εποχή με τα μικρά σπιτάκια , δεν υπήρχε νερό στο χωριό .

Οι κάτοικοι κατεβάσανε νερό από τη << μάνα του νερού >> .Με τα χέρα τους σκάψανε χαντάκια και έβαλαν σωλήνες για να φέρουν το νερό στο χωριό .Τα χέρια τους είχαν γίνει από την πολλή δουλειά σαν <<καραβόσκοινα >> . Έτσι έφτιαξαν πέντε κεντρικές βρύσες στο χωριό. Εκεί πήγαιναν με τις στάμνες , με κουβάδες και κουβαλούσαν νερό. Εκεί αντάμωναν οι γειτόνισσες και συζητούσαν .

Όσες όμως είχαν δουλειές που περίμεναν ή είχαν μωρό στο σπίτι , και έπρεπε να γυρίσουν πίσω , έπιαναν σειρά . Ήταν τόσες πολλές οι γυναίκες που περίμεναν . Άφηναν τον τενεκέ ή τη στάμνα , έφευγαν για το σπίτι και επέστρεφαν όταν κόντευε η σειρά τους .Πολλές φορές αυτό το έκαναν χαράματα πριν φύγουν για τις δουλειές τους οι άντρες.

 

                         Η   ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ   ΖΩΗ

 

Κανείς στο χωριό δεν ήταν αργόσγολος .

Οι άντρες πολύ πρωί πήγαιναν και έπαιρναν από τις βρύσες δυο ντενεκέδες νερό για να έχει η γυναίκα όταν θα ξυπνούσε και μετά έφευγαν για τις δουλειές τους ,άλλος για τα ξύλα ,άλλος για τις αγροτικές δουλειές .Κάποιοι έπαιρναν για μια βδομάδα φαγητά και πήγαιναν στο ύπαιθρο για να κάνουν τις δουλειές τους ( όργωμα , σπορά ,θερισμός ) .Δε γυρνούσαν πίσω το βράδυ γιατί ήταν πολύ μακριά .Έπρεπε να περπατήσουν ώρες για να γυρίσουν σπίτι και έτσι κοιμόταν στο χωράφι το βράδυ .

Οι γυναίκες από το πρωί , μόλις ξυπνούσαν φορούσαν την ποδιά και το φακιόλι , έμπαιναν στην κουζίνα και μαγείρευαν. Μετά, όταν τελείωναν το φαγητό και τη << λάτρα >>-καθαριότητα του σπιτιού , άρχιζαν το εργόχειρο ( κέντημα , πλέξιμο , αργαλειό)

Όταν η μέρα δεν τις έπαιρνε, γιατί είχαν χίλιες δουλειές , μαζευόταν πολλές πολλές μαζί και έκαναν τα << νυχτέρια >>. Άναβαν λάμπες πετρελαίου και καθόταν κοντά στη λάμπα και η μια θα κρατούσε την κουβαρίστρα ,άλλη τη βελόνα ….. Πήγαιναν για ύπνο ,όταν λαλούσαν τα κοκόρια . Σ΄αυτά τα νυχτέρια τραγουδούσαν , ψάλλανε και περνούσαν όμορφα . Γλύκαιναν τη ζωή τους , υπήρχε αγάπη και συμπόνια μεταξύ τους .

Τιμούσαν το δάσκαλο , το γιατρό , τον ιερέα .

Τα παιδιά βοηθούσαν το φορτωμένο γέροντα .Οι κοπέλες βοηθούσαν τη μάνα με τα πολλά παιδιά .Όταν ήθελε να πλύνει και τα μωρά μέσα στο σπίτι έκλαιγαν , πήγαιναν οι κοπέλες και έπαιρναν ένα παιδί και το έβγαζαν έξω βόλτα για να μπορέσει να κάνει η μάνα τη δουλειά. Για τις φτωχές οικογένειες και τις μοναχικές γιαγιάδες φρόντιζαν οι άλλες οικογένειες .Όταν ζύμωναν ψωμί ,έστελναν με τα παιδιά τους ζεστό ψωμί , γάλα ή φαγητό . Όταν αρρώσταινε κανείς , όλοι έκαναν προσευχή να γίνει καλά .Όταν είχε κρύο και κάποια οικογένεια δεν είχε ξύλα να ζεσταθεί , οι υπόλοιποι του χωριού φρόντιζαν να ζεσταθεί .

Υπήρχε τότε ειλικρινής και άδολη αγάπη .

 

 

 

 

         Η ΖΩΗ   ΤΗΣ   ΓΥΝΑΙΚΑΣ

 

Τα πρώτα χρόνια στα αντίσκηνα τι τραβούσαν οι καημένες οι μανάδες!! .

Για να πλύνουν τα ασπρόρουχα έτρεχαν στο ποτάμι γιατί εκεί μόνο μπορούσαν να έχουν άφθονο νερό . Εκεί είχαν το καζάνι. Έπαιρναν μαζί τους τη σκάφη ,άναβαν τη φωτιά , ζέσταιναν το νερό , έπλεναν και ξέπλεναν .

Για τα χοντρά όμως ρούχα , τις κουρελές , πήγαιναν στη θάλασσα. Εκεί πάνω σε ένα βραχάκι τις ρίχνανε και με τον κόπανο τις κοπανούσαν ,τις γύριζαν μια από δω μια από κει , τις έριχναν στη θάλασσα και ξανά το ίδιο .Μετά έπρεπε να τις ξεπλύνουν .Δεν έπρεπε να μείνουν οι κουρελούδες με το αλμυρό νερό γιατί θα χαλούσαν , και πού να βρεθούν άλλες !

Αυτό συνεχίστηκε και όταν χτίστηκαν τα πρώτα σπίτια του εποικισμού .Έπαιρναν με τη γειτόνισσα τα πανέρια με τα ρούχα , τη σκάφη , το καζάνι και πήγαιναν στο ποτάμι . Μαζί τους έπαιρναν και τις νεροκολοκύθες που τις είχαν κόψει από πάνω για να μπορούν να βγάζουν το ζεστό νερό από το καζάνι .Αφού έπλεναν τα ρούχα , τα άπλωναν πάνω στα κλαδιά , στέγνωναν και το βράδυ γυρίζανε . Για να σιδερώσουν τα ρούχα έπρεπε να ανάψουν τα κάρβουνα , να γίνουν κατακόκκινα και να τα βάλουν στο σίδερο .

Εκτός από το πλύσιμο και το σιδέρωμα οι γυναίκες , σκούπιζαν , σφουγγάριζαν , μαγείρευαν και πολλές φορές γινόταν και ζαχαροπλάστες . Ακόμα σκούπιζαν και τις αυλές .

Εκτός από τις δουλειές του σπιτιού , οι γυναίκες πήγαιναν και στα χωράφια . Δεν σπέρνανε ,αλλά πήγαιναν να θερίσουν . Λίχνιζαν το σιτάρι και το έβαζαν στα τσουβάλια. Όταν φύτρωναν τα φυτά πήγαιναν στο χωράφι και έβγαζαν τα ζιζάνια.

Φύτευαν στους μπαξέδες φασόλια ,μπιζέλια ,κουκιά , ντομάτες , κρεμμυδάκια . Βοηθούσαν στον τρύγο , μάζευαν τα σταφύλια και ακόμα μάζευαν και ελιές .Το ελαιομάζωμα ήταν πανηγύρι . Η κάθε πλαγιά αντηχούσε από τις φωνές .Μια παρέα εδώ , άλλη απέναντι , η άλλη πιο κει και ο ένας φώναζε στον άλλο .Η κάθε οικογένεια είχε το δικό της ελαιώνα. Τους είχαν μοιράσει χωράφια και ελαιόδεντρα .

Ακόμα οι γυναίκες έφτιαχναν και κουκούλια –μεταξοσκώληκες. Πήγαιναν στον κάμπο και μάζευαν φύλλα για να τους ταΐσουν . Από τα κουκούλια έπαιρναν το μετάξι και άρχισαν και ύφαιναν .

Οι γυναίκες της εποχής εκείνης ήξεραν να ράβουν ρούχα . Ήξεραν να πλέκουν ζακετάκια , πουλοβεράκια ,μέχρι και παλτό , κάλτσες για τον άντρα << τσουράπια >> , κάλτσες για τα παιδιά τους ,κασκόλ , γάντια , σκουφάκια.

Ήξεραν να κεντάνε. Φτιάχνανε δικά τους εργόχειρα για να στολίσουν το σπίτι τους .

 

Οι γυναίκες ήταν πολύ προκομμένες και επιδέξιες .

 

Έπαιρναν το μούστο ,τον βράζανε ρίχνανε και λίγη ζάχαρη και γινόταν το πετιμέζι .Μέσα στο πετιμέζι έριχναν κομμάτια από κόκκινο κολοκύθι και έφτιαχναν το << ρετσέλι >> .Έτσι έφτιαχναν ένα πολύ νόστιμο γλυκό κουταλιού . Το ρετσέλι το μάζευαν μέσα σε <<σφυδιά>> και είχαν γλυκό για όλο το χρόνο .

 

Μάζευαν σταφύλια και έφτιαχναν σταφίδες .Ακόμα μάζευαν σύκα από τις συκιές και τα λιάζανε στον ήλιο . Ύστερα έπαιρναν κουτάκια –ξύλινα υπήρχαν τότε – και έβαζαν έναν πάτο σύκα και από πάνω λίγη ζάχαρη άχνη , μετά πάλι σύκα , ξανά ζάχαρη και έτσι γέμιζαν κουτιά ολόκληρα με γλυκό σύκο .

Γλυκά κουταλιού ακόμα έφτιαχναν με βύσσινο, σταφύλι και κυδώνι-τριφτό και πελτέ .

 

Ακόμα οι γυναίκες τότε έκαναν και άλλες δουλειές .Πάστωναν ψάρια για την οικογένεια .Όταν οι ψαράδες έβγαζαν ψάρια και ήταν μπόλικα τα έπαιρναν οι γυναίκες και τα πάστωναν για να έχει η οικογένεια φαγητό όλο τον καιρό . Εκτός από ψάρια οι γυναίκες πάστωναν και ελιές .

Η γυναίκα της εποχής εκείνης γινόταν και κτηνοτρόφος . Αν στο σπίτι υπήρχε μια αγελάδα ή κατσίκα την ευθύνη της την είχε η μητέρα. Φρόντιζε το ζώο , το άρμεγε –μάζευε έτσι το γάλα για την οικογένεια –έπηζε το γάλα και έφτιαχνε τυρί και πολλές φορές έφτιαχνε γιαούρτι.

Όταν σφάζανε ζώα , επειδή δεν υπήρχαν ψυγεία – οι μανάδες προσπαθούσαν να συντηρήσουν το κρέας με αλάτι . Το τσιγάριζανε – το έκαναν << σιγούς >> , έβγαινε το λίπος και με αυτό τρώγανε τα αυγά τα τηγανητά και ήταν πολύ νόστιμα .

Τον Αύγουστο , που ήταν παχύ το γάλα , κάνανε μακαρονάκια , και τραχανά . Κάθε πρωί οι μανάδες έφτιαχναν στα παιδιά τους ζεστό τραχανά και το απόγευμα ωραίο χαλβά .

Χαλβά έφτιαχναν και με αλεύρι , νερό , ζάχαρη και λαδάκι .

 

Τα πρώτα δύσκολα χρόνια δεν υπήρχε καφές .Οι γυναίκες έπαιρναν τα ρεβίθια , τα καβουρντίζανε και τα τρίβανε στους χερόμυλους .Έτσι έφτιαχναν τον καφέ τους για να πιουν .

 

Πολύ συχνά ζύμωνε , γινόταν φούρναρης .Η ίδια ετοίμαζε το φούρνο που ήταν έξω στην αυλή . Τον έκαιγε καλά καλά με τα ξύλα και με το ξύλινο φτυάρι έβαζε τα ψωμιά να ψηθούν για την οικογένειά της .

Άλλες φορές γινόταν και κομμώτρια . Έκοβε τα μαλλιά των παιδιών της ,ιδίως των κοριτσιών . Κάποιες γυναίκες στο χωριό ύφαιναν στον αργαλειό χαλιά , τραπεζομάντιλα , σεμέ , καρέ .

 

Υπήρχε πολλή φτώχια στο χωριό .Παρόλα αυτά όμως δε νιώθανε φτωχοί . Ήταν άνθρωποι αισιόδοξοι .

Μπορεί στην Παλιά Πατρίδα να ζούσανε άνετα , όταν ήρθαν εδώ προσαρμόστηκαν .Είχαν πίστη στο Θεό , είχαν αξιοπρέπεια και τα κατάφεραν .

 

 

Η ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΦΩΤΙΣΜΟΣ   ΣΤΟ ΜΙΚΡΟ ΧΩΡΙΟ ..

 

Η συγκοινωνία γινόταν με τα καΐκια . Πήγαιναν μέχρι τη Νικήτη με τις βάρκες και από κει στα Μουδανιά . Από τους πρώτους καραβοκύρηδες που εκτελούσαν τέτοια δρομολόγια ήταν ο Αντώνης Νανός και ο καπετάν Σάββας Σαββόπουλος.

Πολύ αργότερα έγιναν οι δρόμοι που ένωναν τα χωριά και άρχισε η συγκοινωνία από τη ξηρά .

Όσο για το ηλεκτρικό ρεύμα ! Δεν υπήρχε τότε . Χρησιμοποιούσαν για φωτισμό τις λάμπες πετρελαίου και τους φανούς θυέλλης . Στους δρόμους δεν υπήρχαν λάμπες , μόνο φαναράκια που πήγαιναν το βράδυ και τα ανάβανε .

 

                         ΕΚΚΛΗΣΙΑ

 

Πριν ακόμα μπουν στα σπίτια έφτιαξαν μια μικρή ξύλινη παράγκα και εκεί μέσα έβαλαν όλα τα ιερά κειμήλια που είχαν φέρει από τη παλιά Πατρίδα εικόνες ,πολυέλαιους ,ευαγγέλια ,εξαπτέρυγα και ό,τι άλλο ιερό είχαν πάρει από τις εκκλησίες τους .

Στην αρχή χρησιμοποιούσαν την εκκλησία που είναι στο Μετόχι. Μετά έφτιαξαν μια ξύλινη εκκλησία στο χώρο της αυλής του σχολείου. Αυτή την εκκλησία την αφιέρωσαν στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Η καμπάνα της εκκλησίας ήταν κρεμασμένη σε ένα δέντρο .

Αργότερα το 1937 άρχισαν να χτίζουν με πέτρα και με προσωπική εργασία την εκκλησία σε ρυθμό Βασιλικής που υπάρχει σήμερα . Την ονόμασαν εκκλησία των Ταξιαρχών , όπως ήταν και η Μητρόπολη στο παλιό χωριό τους. Για να θυμούνται όμως και τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο έχτισαν ένα μικρό εκκλησάκι , ένα προσκυνητάρι στα πεύκα, κάτω από το σχολείο .

Εκτός από τη μεγάλη εκκλησία και το εκκλησάκι του Προδρόμου , έχτισαν αργότερα στην περιοχή του Μύλου το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής ,πάνω στο βουνό το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία και στο λιμανάκι το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου .

 

Μέσα στην εκκλησία υπάρχουν εικόνες που τις έχουν φέρει οι παππούδες από την Παλιά Πατρίδα .Ο Επιτάφιος που στολίζουμε είναι και αυτός από κει . Στο Πνευματικό κέντρο –στο Πασχαλάκειο - υπάρχει και το Δεσποτικό ,που και αυτό το φέρανε από το παλιό χωριό .

Ο πρώτος παπάς του χωριού ήταν ο Παπα –Πρόδρομος . Αυτός είχε έρθει με τους πρόσφυγες από την παλιά πατρίδα .

 

 

 

 

       ΣΧΟΛΕΙΑ

 

Τα δυο πρώτα χρόνια τα παιδιά δεν πήγαιναν σχολείο .Παρόλο που μέσα στους πρόσφυγες ήταν και μια δασκάλα , μάθημα δεν μπορούσε να γίνει μέσα στις σκηνές .

Το   πρώτο σχολείο τους ήταν μια ξύλινη παράγκα με ξύλα και στουπόχαρτα. Το δεύτερο σχολείο ήταν σε σπίτια. Σε ένα σπιτάκι πήγαιναν τα αγόρια και σε ένα άλλο τα αγόρια , όπως ακριβώς γινόταν στην παλιά Πατρίδα. Το τρίτο σχολείο ήταν στο χώρο του πολιτιστικού συλλόγου ,που παλιά ήταν κοινοτικό κατάστημα .

Αργότερα το1927ή 29 -33 με προσωπική εργασία και μεγάλο κόπο χτίστηκε το σχολείο στη θέση του σημερινού Νηπιαγωγείου .Στο χτίσιμο του σχολείου βοήθησαν και πολλοί πατριώτες από την Αμερική, που έστελναν βοήθεια στους χωριανούς .

Και τα μικρά παιδιά βοήθησαν να χτιστεί το σχολείο .Όταν ερχόταν το καΐκι και έφερνε τα τούβλα για να χτιστεί το σχολείο , επειδή οι άντρες ήταν ορισμένοι και έπρεπε να πάνε να βγάλουν την πέτρα , να φέρουν την άμμο από το ποτάμι , να ετοιμάσουν τον ασβέστη ,οι μαθητές και οι μαθήτριες έφτιαχναν μια σειρά από την αποβάθρα που ήταν το καΐκι μέχρι το σχολείο και κουβαλούσαν χέρι χέρι τα τούβλα .

Το 1950 το σχολείο του Ν.Μαρμαρά ήταν ένα μεγάλο κτίριο ασβεστωμένο .Στην αυλή του υπήρχαν πολλά δέντρα ,μεγάλα πεύκα και αμυγδαλιές και τα παρτέρια ήταν γεμάτα λουλούδια με τριανταφυλλιές και χρυσάνθεμα .Είχε μια μεγάλη πόρτα και αφού την περνούσες βρισκόσουν σ΄ένα διάδρομο που ήταν στολισμένος με μεγάλες φωτογραφίες ηρώων .Στο βάθος του διαδρόμου ήταν το γραφείο του δασκάλου . Στον τοίχο ήταν κρεμασμένο ένα μεγάλο κάδρο μ΄έναν άνθρωπο σ’ ένα βράχο ανεβασμένο που μιλούσε σε πολύ κόσμο .Ήταν ο Περικλής ο , ηγέτης των Αθηναίων.

 

Δημ. Σχολείο Ν.Μαρμαρά

   1935

Στη μέση ο πρόεδρος της κοινότητας κ.

Αλέξανδρος Ταου-

ζόγλου ,δεξιά του η κ.Άννα Βαφειάδου,

αριστερά ο κ. Γιάννης Εμμανουήλ

 

 

 

 

 

Το σχολείο στην αρχή λειτουργούσε σαν μονοθέσιο και αργότερα σαν διθέσιο . Τα παιδιά είχαν τότε ολοήμερο σχολείο .Σχολούσαν όταν έδυε ο ήλιος .Το μεσημέρι όσα παιδάκια δεν προλάβαιναν να πάνε στα σπίτια τους έφερναν μαζί τους φαγητό και έτρωγαν στο σχολείο .Όσα όμως πήγαιναν το μεσημέρι στα σπίτια τους για να φάνε , όταν χτυπούσε η καμπάνα έπρεπε να γυρίσουν πίσω στο σχολείο .Η θέρμανση στο σχολείο γινόταν με ξυλόσομπες . Κάθε πρωί οι μαθητές κουβαλούσαν κι από ένα ξύλο για να ζεσταθούν .

 

 

 

                                                                  Ο κ.Γιάννης Εμμανουήλ με την

                                                                     κ. Κωνσταντίνα το 1954

 

 

 

 

 

 

 

Σιγά σιγά πλήθαιναν τα παιδιά και το σχολείο από διθέσιο έγινε τριθέσιο .

Το σχολείο είχε τρεις αίθουσες . Στην α΄αίθουσα έκαναν μάθημα η πρώτη και η δευτέρα τάξη , στη β΄αίθουσα η τρίτη και η τετάρτη και στην γ΄αίθουσα η πέμπτη με την έκτη τάξη .Τα θρανία ήταν ξύλινα πράσινα ,φρεσκοβαμμένα και μπροστά στα θρανία ήταν η έδρα του δασκάλου που πάνω είχε ένα ανθοδοχείο ,ένα μελανοδοχείο ,ένα κονδυλοφόρο με την πένα ,ένα τετράδιο και δυο βιβλία ,μια υδρόγειο σφαίρα και μια μεγάλη βέργα . Μέσα στην αίθουσα υπήρχαν ακόμα και δυο πίνακες ,η εικόνα του Χριστού , ένα μεγάλο αριθμητήριο και μεγάλοι χάρτες .

 

 

Η κ.Μιμίκα   1958

 

 

 

 

Η κ. Καίτη Ζαμπούνη

 

Οι μαθητές εκείνης της εποχής ,εκτός από τα μαθήματα , μάθαιναν από το δάσκαλό τους και να καλλιεργούν φυτά και να κλαδεύουν δέντρα .Μάθαιναν δηλαδή κηπουρική . Μάθαιναν να μπολιάζουν αγριελιές και να τις κάνουν ήμερες .Ακόμα μάθαιναν να στίζουν ξερολιθιές, και να ψαρεύουν . Σκάβανε τα παιδιά και είχανε το δικό τους κήπο .Είχαν έναν ανθόκηπο ,αλλά είχαν φυτεμένες και αμυγδαλιές τις οποίες φρόντιζαν. Όταν ερχόταν η εποχή της συγκομιδής , μάζευαν τα παιδιά τα αμύγδαλα , τα μοιράζονταν και τα πήγαιναν στο σπίτι .

Η δασκάλα μάθαινε στα κορίτσια να κεντάνε στην ώρα της χειροτεχνίας. Στην αρχή μάθαιναν να κεντάν σε χαρτονάκια ζωγραφισμένα .

Έργο της Κ. Πασχαλιάς Πουλή

 

 

Εκτός από το κέντημα τα κορίτσια μάθαιναν να ασβεστώνουνε τους τοίχους . Οι δάσκαλοι τα έβαζαν να ασβεστώνουνε όλους τους τοίχους από τα παρτέρια μέχρι το μαγειρείο .

Κάθε Κυριακή οι δάσκαλοι περίμεναν τα παιδιά στην αυλή του σχολείου και τα πήγαιναν στην εκκλησία .Όποιο παιδί δεν πήγαινε έπαιρνε τιμωρία .

Στο σχολείο έκαναν   παρελάσεις και γιορτές .Οι πρόβες για τις γιορτές ξεκινούσαν από μήνες πριν . Ο δάσκαλος και η δασκάλα προσπαθούσαν με μεγάλη υπομονή να μάθουν στα παιδιά να παίζουν θέατρο ,να απαγγέλλουν σωστά τα ποιήματα ,να τραγουδούν και να χορεύουν .

 

Τα σκηνικά όμως αναλάμβαναν οι μαθητές και οι μαθήτριες να τα ετοιμάσουν Από τα σπίτια τους κουβαλούσαν σεντόνια, κιλίμια ,τραπεζομάντιλα ,κουρτίνες και ότι άλλο χρειαζόταν . Πολύ τους βοηθούσε σ΄αυτό η κ. Ουρανία η Διαμαντάρα που με πολλή ευχαρίστηση τους έδινε υφαντά . Τα αγόρια πήγαιναν στον κάμπο και έφερναν δάφνες . Μ΄αυτές στόλιζαν γυρω γύρω τη σκηνή , και τις εικόνες των ηρώων.

Για να προετοιμαστούν για τις παρελάσεις πήγαιναν στο γήπεδο και κάνανε πολλές πρόβες . Και όταν έφτανε η μέρα της γιορτής ,καθώς περνούσαν μπροστά από τον κόσμο τους χειροκροτούσαν και τους φώναζαν μπράβο

 

 

Παρέλαση στο δρόμο έξω από το σχολείο                                                                 1955

 

 

Μετά την παρέλαση όλος ο κόσμος ,μικροί και μεγάλοι πήγαιναν το απόγευμα στο σχολείο να παρακολουθήσουν τη γιορτή .Στα πρώτα καθίσματα καθόταν οι επίσημοι πίσω οι γονείς και οι κάτοικοι του χωριού .Στην αρχή γινόταν οι απαγγελίες των ποιημάτων και στα ενδιάμεσα τραγουδούσαν πατριωτικά τραγούδια.

 

 

 

Η κ. Ντίνα 1957

 

 

 

 

 

 

 

Στα δύσκολα χρόνια μετά τον πόλεμο λειτουργούσε στο σχολείο και συσσίτιο . Έφτιαχναν γάλα το πρωί και τους έδιναν και λίγο τυρί .

Τα παιδιά όταν πήγαιναν σχολείο δεν είχανε τσάντες .Οι μαμάδες ράβανε μια πάνινη τσάντα , έναν πάνινο τρουβά . Τα αγόρια τον κρεμούσαν από τον ώμο ,για τα κορίτσια όμως έφτιαχναν δυο χερούλια για να κρατάν την τσάντα .

Μέσα στην τσάντα είχαν τα τετράδια και τα μολύβια . Φυσικά δεν υπήρχαν κασετίνες . Ένα μολύβι και μια σβήστρα .Πολύ αργότερα είχαν μαζί τους κοντυλοφόρο , πένα και μελάνι .Χρήματα να αγοράσουν μολύβια και τετράδια δεν υπήρχαν . Μόλις λοιπόν γεννούσε η κότα τους ένα αυγό , το έπαιρναν και πήγαιναν στον μπακάλη . Έδιναν το αυγό και έπαιρναν ένα μολύβι και ένα τετράδιο .

Όταν έκλειναν τα σχολεία κάνανε πολύ ωραίες γυμναστικές επιδείξεις με ασκήσεις και χορούς ..

 

 

 

 

Οι γυμναστικές επιδείξεις γινόταν στο γήπεδο .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εκδρομή στο Κόχι

 

 

Η σχολική χρονιά έκλεινε με μια γιορτή που γινόταν στην αυλή του σχολείου. Παίζανε θεατρικά συνήθως κωμωδίες , λέγανε ποιήματα ,τραγούδια και ήταν το περιβάλλον πολύ χαρούμενο . Όταν έκλεινε το σχολείο κάθε μαθητής έπαιρνε από μια γλάστρα να φροντίζει το καλοκαίρι και έτσι το Σεπτέμβρη που άνοιγε πάλι το σχολείο ,ο χώρος γέμιζε πάλι με λουλούδια .

 

 

             ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΓΛΕΝΤΙΑ

 

Μεγάλη γιορτή στο χωριό ήταν τα Χριστούγεννα . Οι μαμάδες ετοίμαζαν το σπίτι μέρες πριν . Έπρεπε να τρίψουν με τις βούρτσες τα σανίδια του πατώματος για να καθαρίσουν, να βάψουν τους τοίχους μόνες , να πλύνουν ,να σιδερώσουν .

Όλη η οικογένεια πήγαινε στην εκκλησία . Κοινωνούσαν και γύριζαν όλοι μαζί στο σπίτι .Εκεί τους περίμενε το πρωί μια ζεστή σούπα από κρέας . Έπρεπε να φάνε κάτι ελαφρύ γιατί είχε προηγηθεί η νηστεία σαράντα ημερών .

Η Πρωτοχρονιά έβρισκε πάλι όλη την οικογένεια μαζεμένη. Έπρεπε να κόψουν την πρωτοχρονιάτικη πίτα που την έφτιαχναν με πολλά φύλλα που άνοιγε η μαμά , με πολύ καρύδι , ζάχαρη , κανέλα , γαρύφαλλο για γέμιση και στο τέλος στόλισμα με αμύγδαλα που τα είχε ψημένα . Όταν ψηνόταν η πίτα τη σοροπιάζανε . Την πίτα την έκοβε το βράδυ της Πρωτοχρονιάς ο πατέρας .

Την Πρωτοχρονιά όλα τα σπίτια ήταν ανοιχτά . Δεχότανε επισκέψεις , είχανε δεν είχανε Βασίληδες .Με τις λάμπες αναμμένες περιμέναν τους χωριανούς για να τους κεράσουν και να ανταλλάξουν ευχές για τον καινούριο χρόνο . Τη βραδιά αυτή έβγαιναν μόνο άντρες . Καμιά γυναίκα δεν έβγαινε έξω .Επειδή περνούσαν από όλα τα σπίτια να κεραστούνε έπαιρναν και μικρά πλεχτά καλαθάκια μαζί τους .

Χριστουγεννιάτικα δέντρα δεν στόλιζαν τότε .Αυτό το συνήθειο ήρθε πολύ αργότερα στο χωριό .Το μόνο που στόλιζαν τότε ήταν ένα μικρό καραβάκι .

Μια μεγάλη γιορτή για το χωριό ήταν τα Θεοφάνια . Τα αγόρια ετοιμαζόταν για να πέσουν στη θάλασσα να πάρουν το σταυρό .Ήταν μεγάλη ευλογία για αυτούς που έπεφταν στη θάλασσα . Από τα πρώτα χρόνια μέχρι σήμερα ο παπάς με τα εξαπτέρυγα έβγαινε από την εκκλησία και με τον κόσμο που τον συνόδευε έφτανε στο λιμανάκι κάτω από την εκκλησία και έριχνε το σταυρό .

Τα παλιά χρόνια ο παπάς με τα παιδιά και με την <<αγιαστούρα >>και με το σταυρό περνούσαν απ΄όλα τα σπίτια και άγιαζε .

Και τις τρεις γιορτές λέγανε κάλαντα .

Τα Χριστούγεννα αποβραδίς πήγαιναν τα παιδιά στα σπίτια των συγγενών και των φίλων και έλεγαν τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα .

Την Πρωτοχρονιά τα έλεγαν όλοι μαζί στο σπίτι .Τα φιλοδωρήματα ήταν καρύδια ,αμύγδαλα , πορτοκάλια και γλυκίσματα .

Τα κάλαντα των Θεοφανίων τα λέγανε τα παιδιά αφότου κάποιο παιδί από αυτά που έπεφταν στη θάλασσα έπιανε το σταυρό . Αργότερα τα κάλαντα των Θεοφανίων τα έλεγε ο Πολιτιστικός σύλλογος .

Έτσι γιόρταζαν οι κάτοικοι το δωδεκαήμερο .

 

Την περίοδο των Απόκρεω , κάθε Κυριακή , οι συγγενείς μαζεύονταν σε ένα σπίτι και έκαναν συμφαγία .Έπαιρναν τα φαγητά από τα σπίτια τους και έτρωγαν όλοι μαζί και γλεντούσαν .

Τις μέρες της Σαρακοστής όλοι νήστευαν για να ετοιμαστούν για το Πάσχα . Τις Παρασκευές πήγαιναν στην εκκλησία και οι μαθητές του σχολείου έψαλαν το << Άσπιλε >> και το << Δος ημιν Δέσποτα >> στο Χριστό και στην Παναγία .

Τη Μεγάλη Πέμπτη τα παιδιά πήγαιναν αποβραδίς σ΄όλους τους συγγενείς και κάνανε μετάνοια για να πάνε να κοινωνήσουν .

Τις ημέρες πριν το Πάσχα , όλα τα παιδιά έτρεχαν στους αγρούς και μάζευαν λουλούδια για να στολίσουν τον Επιτάφιο Μεγάλη Παρασκευή τα χαράματα .

Τα πρώτα χρόνια που ακόμα δεν είχαν κήπους με ανθισμένα λουλούδια , έφτιαχαν ψεύτικα λουλούδια από χρωματιστά χαρτιά και στόλιζαν τον Επιτάφιο .Ήταν οι γυναίκες πολύ επιδέξιες .

Τη Μεγάλη Παρασκευή ,όσοι εκείνη τη χρονιά είχαν χάσει δικούς τους ανθρώπους , έβαφαν για αυτούς κόκκινα αυγά και έγραφαν με χρυσή μπογιά πάνω στα σ΄αυτά τα αρχικά του ονόματός τους.

Μια συνήθεια του χωριού ήταν το γύρισμα του Επιταφίου σε όλο το χωριό Μεγάλη Παρασκευή ξημερώνοντας Σαββάτο.

Η καμπάνα της εκκλησίας χτυπούσε στις 2 τη νύχτα και κατά τις 4 έβγαιναν έξω και γυρνούσαν όλο το χωριό για να περάσει ο Χριστός απ΄όλο το χωριό . Όλο ήταν σκοτεινά ,μόνο οι λαμπάδες στα χέρια των κατοίκων ήταν αναμμένες .Όλες οι γυναίκες έβγαζαν έξω από το σπίτι ένα τραπεζάκι ή ένα κάθισμα με μια άσπρη πετσέτα και ένα εικόνισμα πάνω .Άναβαν θυμίαμα και γύρω γύρω κεριά για να υποδεχτούνε το Χριστό . Ήταν μια κατανυκτική περιφορά . Αυτό το έθιμο σταμάτησε τώρα . Γίνεται μόνο τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ μετά τις 8:30 μια μικρή περιφορά .

Ένα άλλο παλιό έθιμο , που διατηρείται μέχρι σήμερα είναι το κάψιμο του Ιούδα . Τον Ιούδα τον ετοιμάζαν τα αγόρια στον κάμπο , τον έβαζαν πάνω σε ένα γαιδουράκι , και τον γυρνούσαν στο χωριό λέγοντας σκωπτικά τραγούδια .

<< Τσάκα – τσάκα κλιματσίδα για του Οβριού το πείσμα >>

<< Ο Οβριός φορεί γυαλιά ,λάμπες και φανάρια, εμείς θα τον κρεμάσουμε πάνω σε δυο κοντάρια >>

Στις μέρες μας το γαιδουράκι έχει αντικατασταθεί από ένα αυτοκίνητο. Μόλις γύριζαν όλο το χωριό , τον έφερναν στο προαύλιο της εκκλησίας και τον κρεμούσαν σ΄ένα στύλο που έχουν στήσει . Την ώρα που ο παπάς έλεγε << Χριστός Ανέστη >> τον έβαζαν φωτιά και τον έκαιγαν .

Μετά το τέλος της λειτουργίας , οι συγγενείς που είχαν ετοιμάσει κόκκινα αυγά για τους νεκρούς τους τα μοίραζαν στον κόσμο για να τους θυμηθούνε .

Όταν επέστρεφαν στο σπίτι έτρωγαν την μαγειρίτσα .

 

Την επόμενη μέρα γινόταν η Διπλανάσταση .Η καμπάνα χτυπούσε στις 10:00 το πρωί της Κυριακής του Πάσχα .Όλος ο κόσμος έβγαινε έξω και όπως πέρασε ο Χριστός νεκρός από όλο το χωριό τη Μεγάλη Παρασκευή ,έτσι περνούσε και αναστημένος το πρωί της Κυριακής. Μπροστά περνούσαν τα λάβαρα και στη μέση ήταν το λάβαρο της Αναστάσεως . Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα και οι ψάλτες έψαλαν το <<Χριστός Ανέστη >>.

Έχουμε επίσης το έθιμο να γεμίζουμε κατσίκι και να το ψήνουμε στο φούρνο. Αυτό ήταν το φαγητό του Πάσχα .

Την Παρασκευή μετά το Πάσχα , γιορτή της Ζωοδόχου Πηγής , όλοι οι χωριανοί πήγαιναν με τα καΐκια τους ή με τα ζώα τους σ΄ένα μεγάλο <<τσαΐρ>> -στην περιοχή του Πόρτο Καρρας – όπου γινόταν ένα μεγάλο γλέντι.Έστρωναν κάτω κουρελούδες ,άπλωναν και τα φαγητά τους , τρώγαν και γλεντούσαν με όργανα .

 

 

 

Παρόμοιο γλέντι έκαναν και την Καθαρά Δευτέρα .Το γλέντι γινόταν στην <<πούντα >> στα νησιά – στο Λαδαριό . Γυάλευαν πεταλίδες και αχινούς και διασκέδαζαν .

 

 

 

 

Και την Πρωτομαγιά όλοι μαζεύονταν στον κάμπο .Το μέρος ήταν γεμάτο ασκαμνιές και ανθισμένες παπαρούνες και μαργαρίτες .Τα κορίτσια έκοβαν βελόνες από τα βούρλα , τρυπούσαν με αυτές τις μαργαρίτες και έφτιαχναν στεφάνια για τα κεφάλια τους Έφτιαχναν ακόμα και στεφάνια για τις πόρτες των σπιτιών τους . Αυτά τα στεφάνια τα έριχναν στις φωτιές του Κλήδονα .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις 24 Ιουνίου είχαμε το έθιμο του κλήδονα .Αποβραδίς οι κοπέλες μάζευαν δαχτυλίδια , λεφτά , παραμάνες , ή ο,τιδήποτε ήθελε η καθεμιά για να ξεχωρίζει και τα έριχναν μέσα σ΄ένα <<σφυδί>>.Ύστερα πήγαιναν και έπαιρναν το αμίλητο νερό .Όλη τη νύχτα το αφήνανε έξω, πάνω στα κεραμίδια .

 

Εκείνο το βράδυ έκαιγαν τον κλήδονα .Άναβαν τρεις φωτιές και πηδούσαν . Οι κοπέλες έκοβαν ένα στρίφωμα από το φόρεμα , το έριχναν στη φωτιά και έλεγαν << πάρε τη ζούρα και την κατακούρα και από δω και πέρα να είμαι γερή >> .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Την επόμενη μέρα , το απόγευμα τα κορίτσια έπαιρναν το

<< σφυδί >> και μαζευόταν γειτονιές γειτονιές και άνοιγαν τον κλήδονα, τραγουδώντας .

<< Ανοίγουμε τον Κλήδονα στ΄Αγιαννού τη χάρη

   όποια είναι καλορίζικη εκείνη θα τον πάρει >>

Για κάθε εργασία του γαμπρού υπήρχε και το αντίστοιχο τραγούδι. Ενώ τραγουδούσαν , έβγαζαν από το << σφυρί >> τα αντικείμενα που είχαν ρίξει το προηγούμενο βράδυ . Όποιας κοπέλας ήταν το αντικείμενο σήμαινε πως ο άντρας που θα έπαιρνε θα έκανε το επάγγελμα που αναφερόταν εκείνη την ώρα στο τραγούδι. Τα τραγούδια συνεχίζονταν μέχρις ότου άδειαζε το δοχείο με το αμίλητο νερό .

 

 

Τ ΄ ΑΛΩΝΙΑ και Ο ΤΡΥΓΟΣ

 

Οι χωριανοί αφού θερίζανε και έβγαζαν τα γεννήματα ,έπρεπε να κάνουν τ΄αλώνια . Όλη αυτή η εργασία ήταν σαν πανηγύρι . Κουβαλούσαν μαζί τους τα φαγητά , ανέβαιναν πάνω στην << αδοκάνη >> γελούσαν και τραγουδούσαν .

Το ίδιο γινόταν και στον τρύγο . Όλος ο κάμπος αντιλαλούσε από τραγούδια και χαρές .

Παρόλο που τα χρόνια ήταν δύσκολα , ο κόσμος δεν έμενε στη μιζέρια και στην ανέχεια . Προσπαθούσαν να γλυκάνουν τη ζωή τους .

 

 

               ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ

 

Στην παλιά Πατρίδα γινόταν πολλά πανηγύρια , στο Ν.Μαρμαρά όμως δεν έχουμε τόσες πολλές εκκλησίες που υπήρχαν εκεί .Ένα μεγάλο πανηγύρι που κρατήσανε και εδώ είναι του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου ,που είναι τον Αύγουστο .

 

 

Τα παλιά χρόνια το πανηγύρι γινόταν στα πεύκα γιατί εκεί ήταν η εκκλησία –στη θέση του σχολείου . Και αργότερα όταν η εκκλησία χτίστηκε πιο πέρα το πανηγύρι εξακολουθούσε να γίνεται στα πεύκα .Οι μαγαζάτορες του χωριού παίρνανε τα τραπέζια και τα καθίσματα από τα μαγαζιά τους και τα μεταφέρανε στα πεύκα .Το πανηγύρι κρατούσε τρεις μέρες , με κλαρίνο , λαούτο και φυσικά πολύ χορό .

Την ημέρα της γιορτής του Αγίου ήταν νηστεία .Τα παιδιά έτρωγαν ένα λουκούμι ή ένα υποβρύχιο .Αυτό ήταν το κέρασμά τους .Οι μεγάλοι έτρωγαν φασουλάδα , ελιές και πιπεριές .

Σιγά σιγά το πανηγύρι μίκρυνε και στις μέρες μας κρατάει μόνο μια μέρα , γίνεται στην προβλήτα και ο Πολιτιστικός σύλλογος έχει αναλάβει να προσφέρει νηστίσιμα φαγητά στους επισκέπτες .

 

Μια άλλη γιορτή που γίνεται στο χωριό είναι ο γάμος . Είναι ένα έθιμο που το φέρανε από την Πατρίδα , το αναβιώνει ο σύλλογος το τριήμερο της Πεντηκοστής και πολλοί το διατηρούν στα παιδιά τους .

 

 

 

            Ο ΓΑΜΟΣ   στο χωριό .

 

Οι αρραβώνες γινόταν πλουσιοπάροχες και με γλέντια και εκεί δινόταν η υπόσχεση του γάμου .

Όταν πλησίαζε η ώρα του γάμου , οι κοπέλες του χωριού που δεν ήταν ορφανές πήγαιναν την Τετάρτη στο σπίτι της νύφης και μαζί με τις θείες πλένανε τα προικιά .Άναβαν τα καζάνια , ζέσταιναν νερό και σε μεγάλες σκάφες έξω στην αυλή , έπλεναν τα ασπρόρουχα και τα απλώνανε στα σκοινιά . Την Πέμπτη τα σιδερώνανε και την Παρασκευή τα στολίζανε στα δωμάτια του σπιτιού , στους οντάδες . Μετά προσκαλούσανε τις γυναίκες να πάνε να τα δουν .Όσες πήγαιναν να δουν τα προικιά, ρίχνανε ρύζι και καραμέλες με την ευχή να ριζώσουνε και να είναι η ζωή τους γλυκιά .

Μετά ένας αρχιτρίκλινος ,<<παραστεκάμενος της χαράς >> όπως τον έλεγαν έπαιρνε το χαρτί με τα ονόματα και πήγαινε στα σπίτια και προσκαλούσε στο γάμο .

Τα παλικάρια με τα όργανα πήγαιναν και στόλιζαν το γάμπρο . Τον ξυρίζανε και τον τραγουδούσανε . Μετά τον βάζανε πάνω σ΄ένα ταψί , και εκείνος έταξε και έριχνε χρήματα . Έταζε ένα γλέντι στα παλικάρια .

Μετά όλοι μαζί πήγαιναν να πάρουν τον κουμπάρο .Έχοντας μαζί τους τα στέφανα και τις μπομπονιέρες έφευγαν από το σπίτι με τη συνοδεία των οργάνων και πήγαιναν στο σπίτι της νύφης . Εκεί τους υποδέχονταν οι κοπέλες με << κέρνες >> και βάζανε στο πέτο των ανδρών με καρφίτσα ένα κλωναράκι ελιάς και στις γυναίκες βάζανε μόνο << τρέδες>> . Οι συγγενείς ανέβαιναν πάνω στο σπίτι .

Η νύφη καθόταν στολισμένη στο << παστό >> .Οι φίλες της και οι γυναίκες οι μεγάλες προηγουμένως της είχαν τραγουδήσει τα ωραία τραγούδια του γάμου . << Ας είναι η ώρα η καλή και ευλογημένη ,που την ευλόγησε ο Θεός με το δεξί το χέρι >> .Μπροστά της η νύφη κρατούσε ένα χασεδένιο μαντίλι και εκεί της χάριζαν .

Μετά τη νύφη την έπαιρναν με τα όργανα και πήγαιναν στην εκκλησία τραγουδώντας :

<< Κίνησε η κυρα θάλασσα με τα χρυσά σου ψάρια

με τα γυαλένια κύματα και με τα παλικάρια ,

κίνησε η πάπια του γιαλού κι η πέρδικα του κάμπου

και από τις ομορφάδες σου όλες οι στράτες λάμπουν >>

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν έφταναν στην εκκλησία τους υποδεχόταν ο ιερέας με άσπρη λαμπάδα . Πρώτα έπαιρνε το γαμπρό , τον πήγαινε στη θέση του, ύστερα έπαιρνε τη νύφη και τους ΄βαζε κάτω από το μεγάλο πολυέλαιο και άρχιζε η στέψη . Όταν τελείωνε το μυστήριο του γάμου ,όλοι τους εύχονταν πολύχρονοι και στεριωμένοι .

Ύστερα πήγαιναν όλοι μαζί στο σπίτι που θα έμενε το ζευγάρι. Εκεί κερνούσαν κουραμπιέδες , φονταν , ούζο και μπουμπουνιέρες και άρχιζε με τα όργανα ο χορός

<<Άσπρα φορείς και άσπρα κρατείς ……>>.

Αυτός ο χορός συνήθως γινόταν έξω στην αυλή .Είχαν στήσει πάγκους και καρέκλες για να καθίσει όλος ο κόσμος . Αφού χόρευαν δυο τρεις χορούς οι περισσότεροι προσκεκλημένοι έφευγαν για τα σπίτια τους .Στο τραπέζι έμεναν μόνο οι κοντινοί συγγενείς , οι φίλοι και τα κουμπαριά . Τα σπίτια ήτανε μικρά και δε χωρούσε πολύς κόσμος .

Το φαγητό ήταν κρέας βρασμένο σε καζάνια ,υπήρχαν σαλάτες και τυριά . Πριν φάνε τραγουδούσαν

<< Άγγελος εκατέβηκε πάνω στην τράπεζά μας

   και ευλόγησε το αντρόγυνο και όλα τα φαγητά μας .

   Μάλαμα το τραπέζι μας κι ασήμι τα ταψιά μας

   μόσχος και μοσχοκάρυδο είναι τα φαγητά μας >>

 

Όταν τελείωνε το φαγητό ερχόταν πίσω όλοι οι καλεσμένοι για το γλέντι .Τους κερνούσαν κρασί ή ρακί και χόρευαν στην πλατεία ως το πρωί .

 

ΤΑ ΓΕΝΝΗΤΟΥΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΒΑΦΤΙΣΙΑ

 

Οι μητέρες γεννούσαν στα σπίτια , δεν πήγαιναν στα νοσοκομεία.

Μια γιαγιά μαμή την ώρα της γέννας , πήγαινε και βοηθούσε τη μητέρα να ελευθερωθεί . Μετά οι γυναίκες πλέναν και φροντίζαν το μωρό .Στις τρεις μέρες πάνω , η γιαγιά πήγαινε στο σπίτι και πλέναν το μωρό .Αυτό λεγόταν παλιά << κολυμπούρια >> .

 

 

Όταν ερχόταν η ευλογημένη ώρα της βάφτισης , η μάνα δεν πήγαινε στην εκκλησία , έμενε στο σπίτι . Το όνομα του παιδιού το μάθαινε εκείνη την ώρα , γιατί είχε το δικαίωμα ο νουνός , άμα δεν ήθελε το όνομα που του έλεγε ο γονιός να βάλει ένα δικό του . Είχαν βέβαια συνεννοηθεί από πριν , όμως μπορούσε να το αλλάξει . Τα παιδιά που άκουγαν το όνομα στην εκκλησία , έτρεχαν στο σπίτι να το πουν στη μάνα και αυτή τους έδινε το φιλοδώρημα . Όταν τελείωνε η βάφτιση , η κουμπάρα με δυο λαμπάδες αναμμένες και το << αναβόλι –ένα λευκό ύφασμα >> δεμένο πάνω της πήγαινε το μωρό στη μάνα . Μαζί της πήγαιναν και οι καλεσμένοι στο σπίτι . Εκεί η μάνα έκανε μετάνοια στην κουμπάρα για να πάρει το παιδί .

 

             ΤΑ   ΠΡΩΤΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

 

Οι   Μαρμαρινοί τα πρώτα χρόνια για να μπορέσουν να επιβιώσουν έκαναν δουλειές αγροτικές , ψάρευαν και έκοβαν ξύλα . Οι συνθήκες εργασίας ήταν πολύ σκληρές .

        Στη συνέχεια ασκούσαν επαγγέλματα που τα γνώριζαν από την παλιά Πατρίδα . Αυτά ήταν :

 

  • ΜΑΜΗ : Η μαμή βοηθούσε τις γυναίκες για να γεννήσουν και σαν αμοιβή έπαιρνε αυγά ή σιτάρι .

   Μαμή στο χωριό ήταν η κ. Ζηνοβία Κ. Βλάχου .

 

  • ΝΤΕΛΑΛΗΣ : Κάποιοι που ήταν πρόεδροι και ήθελαν να μεταφέρουν κάποια είδηση σε όλο το χωριό , την έλεγαν σε κάποιο άνθρωπο που είχε δυνατή και καθαρή φωνή και αυτός πήγαινε στα πιο ψηλά μέρη και φώναζε …….Όσο ψηλά ανέβαινε ,τόσο πιο καθαρά ακουγόταν .

   Ο πρώτος και τελευταίος ντελάλης ήταν ο μπαρμπα –Σπύρος    

Κάμπας

 

  • ΨΑΛΤΗΣ : Αυτοί που ψέλνανε το κάνανε από ευχαρίστηση , στη συνέχεια εξελίχθηκε σαν επάγγελμα ,αλλά χωρίς μεγάλη αμοιβή.

 

Ο πρώτος ψάλτης ,σπουδαγμένος , ήταν ο μπαρμπα Κώστας Βλάχος ο οποίος έμαθε μετά στον Αιμίλιο Τσομπανίδη και τον Πάνιο Πουλή , οι οποίοι συνέχισαν να είναι ψαλτάδες μέχρι τελευταία .

 

  • ΜΟΥΣΙΚΟΙ : Τα όργανα με τα οποία έπαιζαν στις χαρές και στα πανηγύρια του χωριού ήταν το κλαρίνο , το βιολί και το λαούτο .

   Βιολί έπαιζε ο κ. Νικόλας Γκιώτης κι ο κ. Πάρις Γκιζγκής .   Κλαρίνο ο μπάρμπα Αντώνης Τσαμούχης και κ.Αναστάσης Αθανασίου . Λαούτο έπαιζαν οι Λογοτριβήδες ( ο παππούς ο Χρήστος, ο παππούς ο Γρηγόρης , το παιδί του και ο παππούς ο Στρατής ) Επίσης λαούτο έπαιζαν και οι Κουφατζαίοι ( ο Πάνιος κι ο Θόδωρος –ο πατέρας του ) .

 

Αναστάσης Αθανασίου (κλαρίνο )

Παράσχος Γκιζγκής

(βιολί)

Λογοτριβής Στρατής

(λαούτο)

Δημήτρης Γκίκας

(λαούτο)

 

 

 

 

 

  • ΡΑΦΤΗΣ –ΜΟΔΙΣΤΡΑ : Με τα ανδρικά ρούχα ασχολούνταν ο κ. Μποντάνης Θανάσης και ύστερα ο κ. Βαλάσης Παντελής και ο κ.Κυριάκος Μενεξές . Με τα γυναικεία ρούχα η κ. Χούλη Ελευθερία και η κ. Πρασά Κούλα .

 

  • ΒΑΡΕΛΑΔΕΣ : Μέσα στα βαρέλια , που ήταν ξύλινα , έβαζαν κρασί και παστά .

 

Οι πιο γνωστοί βαρελάδες ήταν ο κ. Δημήτριος Μενεξές και ο Γιώργος από τη Συκιά .

 

 

  • ΞΥΛΟΥΡΓΟΣ : Στο χωριό ο μόνος ξυλουργός ήταν ο κ. Μαύρος ο Λάζαρος .

 

  • ΤΕΧΝΙΤΕΣ ΠΕΤΡΑΣ ΚΑΙ ΧΤΙΣΤΑΔΕΣ : Δυο ήταν οι πιο γνωστοί , ο κ.Τζίμος Θωμάς που δεν ήταν Μαρμαρινός ,ήταν Ηπειρώτης αλλά έζησε πολλά χρόνια στο χωριό και ο κ. Σταμάτης Μουλάς πολυτεχνίτης από την Ικαρία .Αυτοί ήταν και σκεπατζήδες .Ο Σταμάτης Μουλάς ήταν και σιδηρουργός και έπαιζε πολύ καλό βιολί .Βοηθούσε έτσι την οικογένειά του .

 

 

  • ΧΑΣΑΠΗΣ : Ο χασάπης του χωριού ήταν ο κ. Καλησπέρης ο Στέλιος .

 

  • ΨΑΡΑΔΕΣ : Οι Μαρμαρινοί κατ΄επάγγελμα στην παλιά πατρίδα ήταν ψαράδες . Όμως εδώ στο Ν.Μαρμαρά οι πιο καλοί ψαράδες ήταν οι Κολοβοί , ο Μηνάς ο Ζέππος , ο Κυριάκος ο Καράμπελας , ο Καράπαπας , ο Ιωαννίδης ο Γιαννάκης , ο Μιχαλιός Κολοβός , ο Θόδωρος ο Συγκουρλής και οι Αλμπάνηδες .

 

Ψαράδες με γρίπο ήταν ο κ. Στέλιος ο Χατζηγεωργίου , ο κ. Κυριάκος Καράμπελας , ο Ζέππος ο Μηνάς , οι Κολοβοί ,ο Χούλης με γρι-γρι που δεν ήταν Μαρμαρινός αλλά από τη Σκιάθο αλλά κι αυτός έχει πάρα πολλά χρόνια εδώ και άλλοι.

 

  • ΚΑΠΕΤΑΝΑΙΟΙ : Ο Μαρμαράς ήταν γνωστός για τους καπεταναίους που έβγαζε . Όταν ήρθανε στο νέο χωριό καπετάνιος ήταν ο κ. Σάββας Σαββόπουλος κι ακόμα ο κ. Στρατής Χάρκας Χιώτης στην καταγωγή , αλλά παντρεύτηκε Μαρμαρινιά .

 

  • ΤΣΑΓΚΑΡΗΔΕΣ : Τα παπούτσια των κατοίκων φτιάχνανε ο κ. Μιχάλης Λάζογλου κι ο κ. Γιώργος Σκουλής .

 

 

  • ΚΑΦΕΤΖΗΔΕΣ : Αυτοί φτιάχνανε καφέ ,αλλά στα μαγαζιά τους μπορούσε κανείς να βρει και λίγο φαγητό .

Τέτοια καφενεία είχαν ο κ.Πάνιος Γκιώτης , ο κ.Αντώνης Μπέης , ο κ.Σταύρος Κυριακού , ο κΠέτρος και κ.Σίμος Παράσχος , ο κ.Θεοφάνης Διαμαντίδης και ο κ.Αντρέας Πετσέτας .

 

       Παράλληλα καφενεία ήταν και τα μικρά παντοπωλεία που εί

       χαν ο κ. Αναστάσης Αθανασίου, ο κ. Κονιστής αλλά και ο κ.

       Στρατής Καλογήρου .

 

  • ΒΟΣΚΟΙ : Κοπάδια με ζώα είχαν ο κ. Νικόλαος Κοντομιχάλης ο κ. Απόστολος Γκιζγκής , ο κ. Αθανασίου Ιωάννης με τους γιους του –Τρύφωνα και Χρήστο – και ο παππούς Κρυωνάς .

 

  • ΙΕΡΕΑΣ : Ο πρώτος παπάς του χωριού στην εκκλησία των Ταξιαρχών ήταν ο Παπανικολάου Πρόδρομος ,ο οποίος είχε καταγωγή από το Μαρμαρά της Προποντίδας .

 

  • ΣΑΜΑΡΑΣ : Ο πιο γνωστός που έφτιαχνε σαμάρια για τα ζώα ήταν ο κ.Αναγνωστούδης Ορέστης, που ήταν από τον Παρθενώνα ,αλλά ζούσε για πολλά χρόνια στο Μαρμαρά .

 

 

  • ΝΑΥΠΗΓΟΙ –ΞΥΛΟΥΡΓΟΙ : Αυτοί έφτιαχναν βάρκες κυρίως μικρές .Τέτοιος ήταν ο κ.Μενεξές Δημήτρης .

Ναυπηγός ήταν ο <<μαστρο-Θόδωρος >> ,που δεν ήταν Μαρμαρινός αλλά Θασίτης (από τη Θάσο) .Αργότερα ναυπηγοί έγιναν ο κ.Νίκος Ζέππος και ο κ.Κολοβός Στρατής ,οι οποίοι μάθανε την ναυπηγική τέχνη στη Χαλκίδα και στον Πειραιά .

 

  • ΓΕΩΡΓΟΙ : Οι καλύτεροι ήταν οι Κλαζακινοί , γιατί στην παλιά πατρίδα είχαν πολύ χώρο για να μπορέσουν να καλλιεργήσουν .

 

 

  • ΜΠΑΞΕΒΑΝΟΙ : Ήξεραν καλά την τέχνη να περιποιούνται τα φυτά . Ονομαστοί ήταν ο κ.Ιάκωβος Αποστολίδης , ο μπαρμπα Πέτρος , ο κ.Στρατής Μποζάνας που είχε το παρατσούκλι <<μπαξεβάνος>> , ο κ.Αθανασίου Γιάννης, ο κ.Συγκουρλής Θόδωρος , ο κ.Κώστας Ρεβενικιώτης ,που ήταν Παρθενιώτης αλλά είχε πολλά χρόνια στο Νέο Μαρμαρά ., και ο Κουτσοθανάσης .

 

  • ΞΥΛΟΚΟΠΟΙ : Οι πιο γνωστοί ήταν οι αδερφοί Ιλαρίου .

 

  • ΨΩΜΑΣ ήταν ο κ.Καλογήρου Στρατής

 

  • ΠΑΝΤΟΠΩΛΗΣ : Το επάγγελμα του παντοπώλη στο χωριό εξασκούσαν οι κ.Κ. Καλησπέρης , ο κ. Κ.Βλάχος , ο κ Αναστάσιος Αθανασίου , ο κ. Πάνιος Λάζογλου και η κ. Αννέτα Ροδίου .

 

  • ΚΟΥΡΕΑΣ : Ονομαστός κουρέας ήταν ο κ.Λαμπρινός Σιδέρης που ξύριζε τους γαμπρούς στους γάμους .Ήταν πολύ ευχάριστος όταν ξύριζε τον γαμπρό . Άλλοι κουρείς ήταν ο κ.Σίμος Παράσχος ,ο κ. Κυρακού Σταύρος –που στο κουρείο δούλευε ο γιος του Γιάννης

 

  • ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ : Αυτός είχε καζάνι και έβγαζε το κρασί . Τέτοιο καζάνι είχε ο κ. Γιάννης Λαμπρινός ,που ήταν πατέρας του Σιδέρη .Αργότερα το δούλεψε ο γιος του Ζαχαρίας Ακόμα καζάνια είχαν οι κ.Κυριακού Σταύρος ,που το δούλευαν οι γιοι του Γιάννης και Τάσος και τέλος καζάνι είχε και η Αννέτα Ροδίου που το δούλευε ο Στράτος .

 

Οι άνθρωποι που έκαναν αυτές τις δουλειές έχουν φύγει . Άλλες δουλειές συνεχίζουν να γίνονται και άλλες όχι .Οι άνθρωποι προσπαθούν να βρουν τρόπο να κάνουν τις δουλειές τους εύκολα και γρήγορα . Σε αυτό βοηθάει και η τεχνολογία.

 

 

 

                   ΤΑ   ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

 

Τα παιδιά τότε έκαναν   παιχνίδια τους φυσικά υλικά που βρίσκανε . Παράδειγμα : Τις ανοιχτές τις κουκουνάρες τις είχανε για ζώα .Με πευκοτσίγγανα (πευκόφυλλα ) φτιάχνανε το μαντρί , βάζανε τα ζώα μέσα , τα βγάζανε και τα βοσκούσανε και μετά τα ξαναβάζανε μέσα.

Τα κορίτσια έφτιαχναν πάνινες κούκλες .Με τα πανιά που μένανε από τα ρούχα που έραβαν οι μανάδες έφτιαχναν στα κορίτσια τους κούκλες ,που τις γέμιζαν με άχυρο .

        Αργότερα τα παιχνίδια που παίζανε ήταν ο γκλίτσος , το εννιάπετρο , ο μπίκιος , ο αμάραθρος , τα σκλαβάκια , ο κρυφιώνας , τα βόλια , η ελευθερία .

Ο κρυφιώνας και η ελευθερία ήταν περίπου τα ίδια . Ένα παιδί φύλαγε μέχρι το 12. Οι άλλοι κρύβονταν δεξιά και αριστερά . Όταν τελείωνε το μέτρημα , αυτός που τα φύλαγε , έβγαινε και έπρεπε να να πάει να βρει τους υπόλοιπους . Για όποιον έβρισκε έλεγε << ΦΤΟΥ>>! μαζί με το όνομά του .Αν κάποιος από αυτούς που κρυβόταν έβγαινε χωρίς να τον δει και έφτυνε , αυτός δεν τα φυλούσε .Τα φυλούσε αυτός που τον έβρισκε και τον έφτυνε .

Στην ελευθερία ήταν αλλιώς . Αν κάποιος πήγαινε και έφτυνε ξελευτέρωνε και όσους είχε βρει .

Ο μπίκιος ήταν ένα κουτί –σπάνια βρίσκανε . Ο καθένας είχε μια τρύπα και ένα κοντάρι . Όλοι σχηματίζανε ένα κύκλο .Στη μέση του κύκλου ήταν το κουτί . Το χτυπούσαν με το ξύλο να φύγει μακριά και ο καθένας προσπαθούσε να φέρει το κουτί κοντά του και να το βάλει μέσα στην τρύπα του .

Το εννιάπετρο ήταν εννιά πέτρες που τις βάζανε τη μια πάνω στην άλλη .Οι παίχτες ήταν στημένοι σε μια γραμμή και από κει σημάδευαν με μια μπάλα τις πέτρες με σκοπό να τις ρίξουνε . Αν πέφτανε οι πέτρες οι υπόλοιποι παίχτες προσπαθούσαν να τις ξαναστήσουν , ενώ αυτός που είχε την μπάλα τους κυνηγούσε να τους χτυπήσει και έτσι να μην τους αφήσει να στήσουν .Όποιον χτυπούσε , τα φυλούσε αυτός και εκείνος έπαιζε με τις πέτρες .

Ο αμάραθρος παιζόταν παρόμοια .

 

Μετά τα παιδιά ανακάλυψαν και έκαναν τις καράβες .Κόβανε τον τενεκέ προς τα κάτω , τον ανοίγανε και τον διπλώνανε . Του δίνανε το σχήμα του καραβιού . Βάζανε στη μέση ένα ξύλο για κατάρτι , βάζανε τα άρμενα και ύστερα περνούσαν μια κλωστή και την πήγαιναν την καράβα πότε από δω πότε από κει .Στην κοιλιά της καράβας βάζανε άμμο για βάρος ώστε να στέκεται . Όταν θέλανε να πάνε πιο ανοιχτά βάζανε άμμο μπροστά . Φόρτωναν την καράβα και παίζανε. Κάποιες καράβες τις είχαν για ψαράδικα και άλλες για φορτηγά .

Φτιάχνανε και μικρότερες καραβίτσες από κουτάκια μικρά γάλατος ΝΟΥΝΟΥ . Κάποιοι τα μικρά κουτιά τα κάνανε τακούνια . Τα βάζανε στα πόδια τους και κάνανε πολύ θόρυβο .

 

        Τα βόλια ήταν ένα παιχνίδι που παιζόταν με πέντε ή δέκα πετραδάκια ..Τα κρατούσαν στα χέρια τους και τα πετούσαν προς τα πάνω . Ύστερα γυρνούσαν τα χέρια ανάποδα και αν έμενε ένα βόλι πάνω στο χέρι , τότε το πετούσαν ψηλά και προσπαθούσαν να πάρουν αυτά που είχαν πέσει κάτω .

     Μπάλα παίζανε με τις ανοιχτές κουκουνάρες .

Η πρώτη μπάλα που πρωτοεμφανίστηκε στο Ν.Μαρμαρά –στο Κλαζάκι- ήταν δώρο από μια Εβραία τουρίστρια .Είχε στήσει τη σκηνή της από άσπρο καραβόπανο κι έμενε κάτω από το πεύκο του Μποζάνα . Αυτή η γυναίκα έμεινε αρκετό καιρό . Συχνά κερνούσε τα παιδιά και όταν <<παραγνωρίστηκε >> μαζί τους τους έδωσε για δώρο μια μπάλα . Δεν ήταν φουσκωτή ,ήταν πλαστική σαν ένα καρπούζι πράσινη , άσπρη .Τα παιδιά ξετρελάθηκαν και έπαιζαν στο γήπεδο μ’ αυτή μερόνυχτα .

       Άλλο παιχνίδι ήταν οι σβούρες .Οι σβούρες ήταν ξύλινες και τις έφτιαχναν μόνα τους τα παιδιά . Έκοβαν κοντά ξύλα βάζανε κι ένα καρφί με ένα σχοινάκι και τις γυρνούσαν .Έκαναν ένα μικρό κύκλο , ο καθένας έβαζε μια σβούρα κι όποιος κατάφερνε να χτυπήσει με το καρφί του τη σβούρα του άλλου την έπαιρνε για δικιά του .Σβούρα έπαιζαν και μόνα τους τα παιδιά . Την έβαζαν να γυρνάει πάνω στο δάχτυλό τους .

     Τα γυαλένια ήταν γυάλινες ή χωμάτινες μπίλιες .

Κάτω στο χώμα σχεδίαζαν ένα τρίγωνο και έβαζαν τα γυαλένια τους στις κορυφές του τριγώνου και μέσα στο τρίγωνο .Από μια γραμμή που χάραζαν στο χώμα έριχναν τις μπίλιες τους προς το τρίγωνο . Όποιος πλησίαζε στο τρίγωνο έπαιζε πρώτος . Ο καθένας προσπαθούσε να περάσει η μπίλια του μέσα στο τρίγωνο και η δικιά του να βγάλει μια από το σχήμα .

Κουτσαλώνι Σχημάτιζαν στο χώμα τετράγωνα και με μια πέτρα προσπαθούσαν να περάσουν τα τετράγωνα .Το παιχνίδι αυτό το έπαιζαν περισσότερο τα κορίτσια .

Τα παιδιά έφτιαχναν και μουσικά όργανα από νεροκολοκύθες –λαούτα με ένα σύρμα . Έφτιαχναν και βιολιά από τις σκουπιές.Ήταν λιναρόσπορος και τα παιδιά τα δένανε όλα μαζί σαν το σουραύλι ,τα ρουβιανά όργανα . Σχίζανε πέντε έξι φλούδες μαζί και τα δένανε. Κάνανε και μια άλλη ανάλογα και τα δένανε .Έτσι γινόταν κάτι σαν δοξάρι που το άλειφαν με ρετσίνι .Παίζανε κι έβγαζε έναν ήχο . Τα χρησιμοποιούσαν και κάνανε πανηγύρια .Παίζανε και τραγουδούσανε .

Αλλά επειδή πανηγύρι και γλέντι χωρίς φαγητό δε γινόταν , γι΄αυτό είχανε πετονιές γύρω στο 1,5 μ. Για αγκίστρι έβαζαν ένα σύρμα που το γυρίζανε , βάζανε και μια κλωστή και μια κουκουνάρα από καλαμπόκι για να στέκει ψηλά και ψαρεύανε γουβιούς –δηλαδή κοκοβιούς –πολύ χαζά ψάρια . Ένας έφερνε το τηγάνι , άλλος το λάδι , το αλεύρι τα τηγανίζανε και γλεντούσαν .

Τα παιδιά έκαναν και πυροφάνι .Πήγαιναν στο πυροφάνι με τις μαλαστούπες .Βρίσκανε σιδερένια κοντάρια , και τυλίγαν πάνω σ΄αυτό ένα πανί με λίγο σύρμα . Αγοράζανε από κοινού όλη η παρέα πετρέλαιο από τον μπάρμπα Αναστάση , το βάζανε σ΄ένα κουτάκι , βουτούσαν τη μαλαστούπα και ξυπόλυτοι μέσα στη θάλασσα φέγγανε και πιάνανε ψάρια .

 

Με όλα αυτά τα παιχνίδια διασκέδαζαν τα παιδιά παλιά στο Ν.Μαρμαρά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                

 

 

    

 

 

Ο Μαρμαράς είναι ένα ωραίο χωριό που συνδυάζει βουνό και θάλασσα Το καλοκαίρι τα καράβια κάνουν το γύρο του Αγίου Όρους και της Κασσάνδρας.

Επίσης έχει μεγάλες και μικρές παραλίες Υπάρχουν δυο λιμάνια στο χωριό και ένα στο Πόρτο Καρράς , που είναι πιο ασφαλές σε κακές καιρικές συνθήκες. Έχει πολλά ξενοδοχειακά συγκροτήματα , άλλα από αυτά είναι ανοιχτά όλο το χρόνο και άλλα μόνο το καλοκαίρι .

 

                                          Γιώργος Λειβαδιώτης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το χωριό μου είναι ένα παραθαλάσσιο χωριό .Τα σπίτια του είναι χτισμένα αμφιθεατρικά για να απολαμβάνουν όλοι την όμορφη θέα Έχει όμως πάρα πολλές ανηφόρες που σε δυσκολεύουν λιγάκι.

Στον κεντρικό δρόμο υπάρχουν πολλά μαγαζιά για να κάνεις τα ψώνια σου .Ο δρόμος αυτός οδηγεί σε όμορφες πλατείες αλλά και στην εκκλησία που έχει ένα όμορφο προαύλιο .Είναι χτισμένη πάνω σε ένα βράχο στην άκρη της θάλασσας .

Περπατώντας φτάνουμε έξω από το σχολείο μας. Κι αυτό είναι χτισμένο ψηλά και από κει βλέπεις το νησάκι <<ΚΕΛΥΦΟΣ >>.

Στο χωριό υπάρχουν αρκετές υπηρεσίες , αστυνομία , τράπεζες , οδοντιατρεία και πολλά καταλύματα που δέχονται τους χιλιάδες τουρίστες το καλοκαίρι .

Το χωριό μου έχει πανέμορφες παραλίες για να κάνεις τα μπάνια σου ,αλλά και βουνό για βόλτες και περπάτημα στη φύση .

Είναι πανέμορφο το χωριό μου ,αλλά θα ήθελα να έχει έναν πεζόδρομο για να κάνουμε τις βόλτες το καλοκαίρι και το χειμώνα με ασφάλεια .

 

                                                Ματσούκα Άμυ

 

        Τα σπίτια στο χωριό μου είναι διαφορετικά από το παρελθόν. Κάποια είναι διώροφα , τριώροφα αλλά και ψηλές πολυκατοικίες . Όμως έχουν απομείνει και λίγα μικρά προσφυγικά σπιτάκια . Τα περισσότερα σπίτια δεν έχουν κήπους είναι χτισμένα κολλητά .

        Κατά μήκος της οδού << Ιωννης Καρράς >> βρίσκονται τα περισσότερα καταστήματα . Αυτή η οδός είναι πολύ μεγάλη . Ξεκινά από τα <<Λιμανάκι >> και φτάνει μέχρι το <<Κλαζάκι >> .

        Υπάρχουν πολλών ειδών καταστήματα στο χωριό όπως ένδυσης , λαϊκής τέχνης , καφετέριες , παντοπωλεία κ.αλ.

        Η εκκλησία των <<Παμμεγίστων Ταξιαρχών >> χτίστηκε το 1932-37 . Στην εκκλησία υπάρχουν εικόνες Αγίων που έφεραν οι πρόσφυγες από την Παλιά Πατρίδα το Μαρμαρά της Προποντίδας .Μαζί τους είχαν φέρει και ένα μεγάλο ξύλινο επιτάφιο ,που είχε κατασκευαστεί στην Αγία Πετρούπολη από καθαρό μαόνι .Ο ρυθμός της εκκλησίας είναι ορθογώνια Βασιλική .

        Εκτός από τον κεντρικό ναό στο χωριό υπάρχουν και ξωκλήσια ,όπως της Ζωοδόχου Πηγής , του Αγίου Τιμοθέου –Προφήτη Ηλία , του Αγίου Γεωργίου στο Αζάπικο και της Αναλήψεως .

        Το Δημοτικό Σχολείο αποτελείται από δώδεκα τάξεις . Έχει ένα μεγάλο προαύλιο και έξω από το προαύλιο χτίστηκε πρόσφατα και ένα αμφιθέατρο .Στο χωριό μου υπάρχει αγροτικό ιατρείο , Δασονομείο , κοινοτικό κατάστημα .

        Αυτό που λίγο ασχημίζει το χωριό μου είναι τα σκουπίδια στην παραλία και η συνήθεια κάποιων να αφήνουν τα σκουπίδια τους έξω από τους κάδους .

        Αγαπώ το χωριό μου πάρα πολύ και είμαι περήφανος που είμαι Μαρμαρινός

 

                                    Βαλαχής Δημήτρης

 

 

 

 

 

 

Τα παλιά χρόνια οι άντρες ασχολούνταν με το ψάρεμα , τη γεωργία , την κτηνοτροφία κ.αλ. Οι γυναίκες φρόντιζαν το σπίτι έπλεκαν , μαγείρευαν ,φρόντιζαν τα παιδιά .

Σήμερα οι άντρες ασχολούνται με το εμπόριο ,και ιδιαίτερα με τον τουρισμό .Έχουν δικά τους καταλύματα ή δουλεύουν σε ξενοδοχεία Ελάχιστα ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία .

Μερικές γυναίκες ασχολούνται με τα οικιακά και φροντίζουν τα παιδιά τους . Κάποιες εργάζονται έξω και άλλες προτιμούν να δουλεύουν τους καλοκαιρινούς μήνες γιατί υπάρχει πολύς τουρισμός .

 

                                             Ντελιοπούλου Θεοφανή

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

        Παλιά η ζωή των κατοίκων δεν ήταν καθόλου εύκολη ,γιατί οι άντρες δούλευαν από το πρωί ως το βράδυ ενώ οι γυναίκες επιμελούνταν το σπίτι ,γιατί τότε δεν υπήρχαν καταστήματα και έτσι οι γυναίκες έφερναν την πρώτη ύλη στην οικογένεια .

        Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει καθώς η γυναίκα πια είναι εργαζόμενη και μπορεί και να διασκεδάζει .Ακόμα υπάρχουν στο χωριό πολλά καταστήματα τα οποία βοηθάνε κατά ένα μεγάλο ποσοστό τη γυναίκα στο σπίτι .

        Οι δουλειές των αντρών είναι διαφορετικές από εκείνες στα πρώτα χρόνια και νομίζω πως δεν είναι και τόσο δύσκολες .

 

                                     Μερσίνη Ελένη

 

 

H ζωή για τους πατεράδες και τις μανάδες στο σημερινό Μαρμαρά σίγουρα έχει αλλάξει .Με την πρόοδο και την ανάπτυξη του τόπου μας έχει βελτιωθεί και η ζωή των γονιών .

Μπορεί τα παλιότερα χρόνια οι δουλειές να ήταν πιο κουραστικές και το επίπεδο της ζωής τους να θεωρείται κατώτερο ,ωστόσο το άγχος που έχουν σήμερα οι γονείς δεν συγκρίνεται με τις δυσκολότερες δουλειές που έκαναν τότε οι άνθρωποι .

Οι γονείς σήμερα δε βρίσκουν χρόνο να ασχοληθούν αρκετά με τα παιδιά και την οικογένεια τους.Αναγκάζονται να εργάζονται πάρα πολλές ώρες κάνονατς πολλές δουλειές γιατί οι υποχρεώσεις τους αυξάνονται συνεχώς .Χρειάζονται όλο και περισσότερα χρήματα για να καλύψουν τις ανάγκες τους .Έτσι οι δουλειές που κάνουν σήμερα να μην θεωρούνται βαριές ,είναι όμως εξίσου δύσκολες γιατί χρειάζεται να έχεις περισσότερες γνώσεις και να ενημερώνεσαι διαρκώς για όλα τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω σου ,γιατί υπάρχει ανταγωνισμός .

 

Γιουβαρλάκη Πένυ ( μητέρα της Δεληθανάση Μαριάνθης )

Παλιά ο άντρας είχε το πάνω χέρι και οι γυναίκες έκαναν τις δουλειές του σπιτιού και φρόντιζαν και τα παιδιά .

Τώρα φέρνουν και οι δυο χρήματα στο σπίτι και όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα στην οικογένεια το συζητάνε και βρίσκουν λύση μαζί .

Αρκετές γυναίκες δουλεύουν έξω από το σπίτι και οι δουλειές των αντρών είναι πιο εύκολες από παλιότερα .

 

                                                     Γκίκα Μαρία

 

        Σήμερα οι κάτοικοι του Ν.Μαρμαρά συντηρούν τις οικογένειες τους κάνοντας πολλές δουλειές .Είναι ξενοδοχοϋπάλληλοι , καταστηματάρχες , ψαράδες , μάγειροι , μηχανικοί , βιβλιοπώλες , περιπτεράδες , ιδιοκτήτες πιτσαρίας κ.αλ.

 

               Νικολέας Χρήστος

 

 

 

…………….Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ δύσκολα . Ήμασταν πάρα πολύ φτωχοί . Στη ζωή μου δούλεψα σκληρά . Πηγαίναμε στις ελιές , τσαπίζαμε τα καλαμπόκια , βοτανίζαμε τα χωράφια .

        Όταν ήμουνα μικρή παίζαμε τον μπίκιο , κοτσό , σκοινάκι , κλίτσο και κρυφτό . Τρέχαμε μέσα στο βουνό ,χωρίς να φοράμε παπούτσια . Μια φορά θυμάμαι κόντεψε να με τσιμπήσει ένα φίδι .

Τα παπούτσια μας τότε ήταν ξύλινα τσόκαρα …………..

 

                     << Γιαγιά του Γιώργου Λειβαδιώτη >>

 

 

Όταν ήμασταν παιδιά ,στην ηλικία των δέκα ετών πιο πολύ παίζαμε κάθε μέρα ποδόσφαιρο , κρυφτό , κυνηγητό , μακριά γαιδούρα , κλίτσο , κλέφτες κι αστυνόμοι , μινιατούρες αυτοκινητάκια , κάναμε ομάδες και εξερευνούσαμε το βουνό και παίζαμε και αυτοκολιτάκια.

Τα παιδικά μου χρόνια ήταν ανέμελα .Το σχολείο δεν μου άρεσε και πολύ .Πιο πολύ μου άρεσε το διάλειμμα και η Γεωγραφία.

        Τα καλοκαίρια μου άρεσαν πιο πολύ γιατί κάναμε ποδήλατο , μπάνιο στη θάλασσα , και τρώγαμε παγωτό .

 

   <<μπαμπάς του Γιώργου Λειβαδιώτη >>

 

 

        Τα παιδικά μου χρόνια τα έζησα πάνω στον Παρθενώνα. Ήμασταν πολύ φτωχοί . Το φαγητό μας ήταν ελιές και ψωμί .Αυτό που θα θυμάμαι και που δεν θα ξεχάσω ήταν όταν στο τέλος της χρονιάς κάναμε γυμναστικές επιδείξεις και η δασκάλα μας είπε να φορέσουμε άσπρα παπούτσια .Επειδή οι γονείς μου δεν είχαν να μου αγοράσουν ,φόρεσα τα καφέ παπούτσια που τα είχα βάλει μέσα στον ασβέστη .

        Όταν ήμουνα μικρή παίζαμε κούκλες φτιαγμένες από πέτρες και πανί , κρυφτοκυνηγητό , μπίγκιο .

Ας ήμασταν φτωχοί ,ήμασταν όμως πολύ αγαπημένοι . Πόσο θα ήθελα να ξαναγυρνούσαν τα χρόνια πίσω !!

 

                             Αφηγήτρια : Γαλή Λειβαδιώτη

 

 

 

 

 

 

 

        Τα παιδιά στο Ν.Μαρμαρά διασκεδάζουν με το να πηγαίνουν στην παιδική χαρά και να παίζουν εκεί διάφορα παιχνίδια όπως κρυφτό ,κυνηγητό , ποδόσφαιρο και μπάσκετ .

        Άλλα παιδιά διασκεδάζουν μέσα στο σπίτι με βίντεο –γκέιμς , υπολογιστές και με ταινίες .

        Τα αγόρια παίζουν περισσότερο ποδόσφαιρο , ενώ τα κορίτσια παίζουν σκοινάκι και λάστιχο , βλέπουν τηλεόραση ή πηγαίνουν στην παιδική χαρά .

        Κάποια παιδιά συναντιούνται σ΄ένα μέρος και κάνουν βόλτες στο χωριό , στο λιμάνι , στα βράχια και στην παραλία .

 

                                        Ζάρας Μάκης

 

 

Τα παιδιά παλιά έπαιζαν εννιάπετρο , μπίλιες , μπίκιο κ.αλ.

Εγώ δεν παίζω σήμερα αυτά τα παιχνίδια . Ασχολούμαι με τον υπολογιστή , παίζω ποδόσφαιρο , κρυφτό και κυνηγητό .

 

                                     Λάκκας Γιώργος

 

Οι συνθήκες ζωής έχουν αλλάξει , λένε πως έχουν καλυτερεύσει. Είναι στα αλήθεια έτσι ;Τα παιχνίδια δεν τα κατασκευάζουν πια μόνα τους τα παιδιά , αλλά τα βρίσκουνε σε καταστήματα ή πατώντας ένα κουμπί στον υπολογιστή . Έχουν τόσα πολλά , τα χαλάνε και δεν στεναχωριούνται , αλλά παρόλα αυτά θέλουν και περισσότερα .

                                             Βαλαχής Δημήτρης

 

                                                                         Βαλαχής Δημήτρης

 

                                   Ματσούκα Άμυ